της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

περίεργο...

εγω μωρο μου είμαι περίεργη ιστορία
όταν σαλπάρω κυνηγάω τον καιρο
και τη καρδια μου την πετάω στα θηρία
στ'αυτια μου παίζει ο αέρας συναυλία
και με ορέγεται το άπληστο νερο

εγω καρδια μου είμαι μυστήριο βαπόρι
αντι λιμάνι κυνηγάω τρικυμία
και με μισούνε στα παζάρια οι εμπόροι
φοράω της θύελλας σκισμένο αποφόρι
κι έχω στης θάλασσας το μπλε αδυναμία


γι αυτο μη νοιάζεσαι, συνέχισε να τρέχεις
πάρε απ το κόκκαλο μεδούλι κι αναστήσου
κι αν θα σε ψάξουν, θα τους πω ότι σε κλέψαν
ή ότι έφυγες γιατι δεν σε πιστέψαν
φτιάξε μια σκάλα από φιλια
κι αναρριχήσου...


εγω ψυχή μου είμαι αγύριστο κεφάλι
βάζω πορεία για το μάτι του κυκλώνα
μένω ακλόνητος εκει που φεύγουν άλλοι
πίνω της μοίρας το κρασι απ'το μπουκάλι
κι έχω ένα στίγμα απ του ονείρου τη βελόνα

εγω τραγούδι μου είμαι πέτρα που κυλάει
είμαι ασήκικος σκοπός σε μια κηδεία
ένα δαδι που για φωτια παρακαλάει
μια πρέζα ήλιος που σου ξέφυγε και πάει
μια αυτοσχέδια κατάφωτη σχεδία


γι αυτο μη νοιάζεσαι, συνέχισε να τρέχεις
θα βάλω πλάτη στον καιρο, απογειώσου
κι αν με ρωτήσουν, θα τους πω μια ιστορία
για πειρατες και για μυστήρια τοπία
πάρε ό,τι θέλεις φυλαχτο,
κι ολοκληρώσου...





ναι το ξέρω...
είμαι μυστήριο βαγόνι
που λέει κι η Ανώνυμη



.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

την άγγιξα

ναι, εγω είμαι ρε συ,
εγω, που αντίκρυσα τη θάλασσα
να ρίχνεται
απ τις κόχες των ματιων σου
άσκεπη
κουβαλώντας πρώτη ύλη το χρώμα
να κατρακυλάει στα μάγουλά σου
να βρέχει τα χείλια σου
να ρουμπινομπλεδίζει
ν'αφρίζει ταξιδεύοντας
στο λαιμο σου
να χειμαρροσκορπιέται
στο στήθος σου
να σουλατσάρει στον αφαλο σου
να συλλογίζεται
κατα που να κινήσει
να κυλάει ράθυμα
ανάμεσα στα πόδια σου
μικρή λίμνη μ αλμυρο νερο
κι ένα χρυσόψαρο
ν'αλλάζει υφη
κι έτσι υφάλμυρη
να δροσολογάει τα γόνατά σου
και να στερεύει από αιτίες
στους αστραγάλους σου
όχι, δεν αναδύθηκες εσυ
Εκείνη
από μέσα σου αναβλύζει
τι λες; όχι, δεν ζω σε όνειρο
θυμάμαι καλα
όπως εκει, πίσω απ τ'αυτί σου
που ακόμη αντιπαλεύουνε τ'αρώματα
της πευκοθάλασσας,
απ' τις μικρες τις φύτρες των μαλλιών σου,
και του κεδρόξυλου,
απ το νοτισμένο σου δέρμα,
κι ότι κι αν κάνεις
πάντα θα τ'αγαπάει τα μαλλια σου ο αέρας
έτσι που τα λευτερώνεις,
όταν σηκώνεσαι να χορέψεις,
δεν υπαρχει χέρι
κι ούτε δάχτυλα
που να μην θέλουν
χρυσο λάφυρο
μια μπούκλα
απ τη βάση του σβέρκου σου να ξεριζώσουν
ναι, τα θυμάμαι καλα τα πεδία των μαχων
τα μυστικα περάσματα
τις νυχτοβαφτισμένες πηγες
τους καρπους απ’τα γιορτινα περιβόλια
και τις γαλαζοποταμίσιες φλέβες
στις κλειδώσεις
το σπάσιμο της μέσης στο χορο
τ'αγουροξύπνημα του γέλιου σου
στ'άγαρμπα αστεία μου...
τ'αγάπησα το κορμι σου, όσο και σένα
ολάκερο κι αυτο, όπως και σένα
μα περισσότερο απ'όλα
αγάπησα αυτα που θά'θελες να ξεχάσεις
εκείνα
τα παιδιάστικα
τα ανεξέλεγκτα
τα υπερβολικα
μαύρα άλογα τσίρκου
σε μια αγέλη με αστραφτερους μονόκερους
είναι που αυτά,
μαζι με τ'άλλα της ψυχης,
είναι το έρμα στα ύφαλα
τα ζύγια στο χαρταετο
το κοντάρι του σχοινοβάτη
αυτα που κρατουν την πορεία
που ισορροπουν
που σε προστατεύουν, άθελά τους,
κομμάτια ενος κορμιου που λάτρεψα
ψηφίδες πολύτιμες 
μιας γνώριμης εικόνας
σπίθες κι ασπίδες
κι αχολογήματα
πρώτη θέση στο τραινάκι του τρόμου
στις κατηφόρες και τις κορφες ενος κορμιου
πληγες που δεν κατάφερες να κλείσεις
κι άλλες, 
που γιατρεύτηκαν μ'ένα μικρο τυχαίο χάδι
γρατζουνιες
σημάδια στο λαιμο
σφιγμένοι τένοντες
δέρμα από σεντέφι...
ναι, είδες ρε συ;
τα θυμάμαι όλα
κι άλλα, που δεν θα γράψω
όχι που δεν μπορω,
μα να,
με κάθε τι που γράφω
χορεύει το χορο της Σαλώμης η ψυχη μου
κι έτσι όπως κάθιδρη
και γυμνη
στέκει απέναντι στο σώμα που λάτρεψε
φαίνεται τόσο ανήμπορη
που μοιάζει, πως μ'ένα και μόνο φύσημα
μπορει να διαλυθει σ'εκατομμύρια κόκκους 
πολύχρωμης σκόνης...
όλα καλα...
μονάχα ένα πρόσεξε ομορφια μου,
ποτε μην λογαριάσεις
την αγάπη, γι' αδυναμία...




και μ'αυτο εκπλήρωσα μια υπόσχεσή μου...
.

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

την είδα

όσο κι αν με φυσούσε ο αέρας ίσια στα μάτια,
την είδα την ομορφια σου
την είδα να ξεχειλίζει από μέσα σου
ανεπιτήδευτη και γεννετησιουργος
εντυπωσιακη σαν πυροτέχνημα σε σκοτεινη έναστρη νύχτα
την είδα πριν καν τη δεις εσυ
πριν κοιταχτεις στον καθρέφτη,
όχι πως έτσι φαίνεται,
πριν αρχίσεις να την ζωγραφίζεις με μπογιες και χρώματα
την έχω δει την ομορφια σου
έτσι όπως είναι
πριν τα βαθια μπλε, τα χρυσα, τα γαλάζια και τα μαύρα
έτσι όπως την γέννησε η ίδια η φύση
έτσι όπως της αξίζει
έτσι όπως ακόμη και ως τώρα που σου γράφω λίγο την έχεις δει
κι ούτε κανεις τολμάει να σου την δείξει
την έχω δει αυτη την ομορφια που γεννιέται
και ξαναγεννιέται
όταν ποιεις
την έχω δει αποτέλεσμα κόπου
έμπνευσης
έρωτα
πόνου
αλήθειας
αυθόρμητη και ανθοκρατούσα
μια ομορφια όχι σαν εκείνη που σου χαρίστηκε
(λες κι έγινε για να τους ξεγελάσει όλους)
αλλα μια νότα μυστικη
που την ακους
μα που δεν έχεις μάθει ακόμη να την τραγουδας όπως της πρέπει
κι έτσι που ήρθε καταιγιστικη κατα πάνω μου
με δίκασε, εν αγνοία σου
με καταδίκασε, εν πλήρει συνειδήσει
να την φυλάω
-ένοχος!
ναι, την έχω δει να περπατάει μέσα μου
δίπλα μου
την έχω νιώσει να με αφοπλίζει
να με κατακλύζει
θα την έβλεπα ακόμη κι αν ήμουν τυφλος
θα την άκουγα ως και κουφος
θα την γευόμουν ακόμη και με ραμμένο το στόμα
θα την ακουμπούσα ακόμη και μέσα από τον τοίχο ενος κελιου
θα την μύριζα ακόμη και στο κενο...
ναι, την έχω δει αυτη την ομορφια
κι όσο κι αν πασχίζεις φορες φορες να την τσαλακώσεις
όσο κι αν την ξεχνας χωρις τροφη
εκείνη επιμένει
σαν πεισματάρικο ορφανο κορίτσι
όπως εκείνα των δρόμων
που λατρεύεις ν'αγαπας
την έχω δει κι εκει
στην αγάπη σου για τους αδύναμους
στο θυμο σου και στο ξέσπασμά σου
στο κλάμα σου
στο φιλι σου
στο γέλιο σου
στην αδιόρατη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια σου
που προσπαθεις περίτεχνα να αποφύγεις
στο δάγκωμα των χειλιων σου
στο χάδι του χεριου σου...
κι είναι λαμπερη
κι αφροστολισμένη
και θαλασσινη
δεν είναι μονάχα που την αγάπησα, όσο και σένα,
κι ούτε πως τη χρειάζομαι για μένα
μονάχα, όταν αναδύεται
σε στιγμες απρόσμενες
με αναπάντεχες μεταμορφώσεις
πίσω από τους καθρέφτες
και μέσα από φθόγγους και μυρωδιες
υγρη
σαν όνειρο
ντροπαλη
σαν αμαρτία παιδιου
ανάστατη
σαν θάλασσα
φουριόζα
σαν μαϊστρος
μελωδικη
σαν adagio
κι αποφασιστικη
σαν ιαχη
τότε
τότε παίρνει η παντιέρα
οστα και σάρκα
το ταξίδι υπόσταση
τότε γίνομαι ξανα πολεμιστης
θαλασσόσκυλο καπετάνιος
τότε έχω στίγμα και πορεία
και μη γελιέσαι
που με βλέπεις άοπλο
και φοβισμένο
κι εκστατικο
τα μάτια μου είναι πάντα καθαρα
το πάτημά μου σίγουρο
τα δάχτυλά μου ακουμπησμένα στη σκανδάλη
και στο στήθος μου μέσα
στο ένα και μοναδικο μου όπλο
θά'σαι εσυ πάντα η σφαίρα...





μα μη μου την κρύβεις....






ξεκινημένο καιρο
τέλειωσε χθες το ξημέρωμα
.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

λόγια

λόγια,
που ειπώθηκαν στη φασαρία
ψάχνουν ακόμη τα αυτια,
που για κείνα προορίζονταν
στα άλλα μοιάζουν ασυναρτησίες
κουβέντες,
που ξεπόρτησαν από έμπνευση
είτε από ανάγκη
στον κρότο της μέρας
ξέμπαρκες
που αυτομόλησαν επιδεικτικα
κι έφτασαν να κονταροχτυπιούνται με το δήθεν
με το εφήμερο
με τις ενοχλητικες μύγες
με τα περιθωριακα τσιτάτα
με τη μεγαλοστομία
με τα γλυκερα κοπλιμέντα του καζαμία
με τα φτηνα δολώματα
με το ψέμα
και κάπου εκει, έρμαιες,
τις μάζεψαν ευαίσθητα ακουστικα νεύρα
και κει που δεν το περίμεναν
από ορφανες
βρήκαν ανάδοχα πνεύματα να τις μεγαλώσουν
ακούει η καρδια;  
ακούει, λες...
κομμάτια ασύνδετα στο ίδιο σκεύος
καρδια, μυαλο, ψυχη, κορμι...
δεμένα με σπάγγους εύθραυστους
μια ξεμακραίνουν
και μια συμπτύσσονται
σαν στρατιώτες εκτελεστικου αποσπάσματος
σε σμιχτη παράταξη
έτοιμα ν'αντιμετωπίσουν εχθρους
αλληλουχίες γραμμάτων
ήχων
φαντασμάτων
σχεδίων με σινικη μελάνη
στο λευκο του κενου
κίνησε κι αυτος
στον πόλεμο να πάει
χωρις όπλα
μονάχα με μολύβι και χαρτι
στο σάκκο
με φωνη φάλτσα
όχι από αδυναμία
μα από συνήθεια κι από ανάγκη
δεν ψάχνει τις μάχες
εκείνες έρχονται να τον ανταμώσουνε
στόχος
όπου και να προσπαθήσει να κρυφτει
τα λόγια θα τον ανακαλύψουν
κείνα που ξέφυγαν
ψάχνουν να ενωθουν με τ'άλλα
τα κλειδοκρατημένα
εκείνα που εγκυμονουν υποσχέσεις
για ταξίδια
για φιλια
για θάλασσες
για μουσικη
για χορο
για έρωτα
αυτα, που δεν γραφτουν ποτε
που δεν θα ειπωθουν καν
γιατι δεν χρειάζεται
δεν πρέπει να χρειάζεται
κι όσο πασχίζουν να σπάσουν τα δεσμα
και ν'απλωθούνε σαν άρωμα πευκοθάλασσας
τρίζουν οι μεντεσσέδες της κάμαρας
να σπάσουνε απ το βάρος
γίνονται μια βουητο
από χιλιάδες μέλισσες
και μια σιωπη
από όνειρο πελεκημένη
μια σιωπη γεμάτη φασαρία
ασπίδα
γίνεται να κρυφτεις πίσω απ'τη φασαρία;
γίνεται..., λες
και δεν μιλάς
κι όχι που δεν έχεις τι να πεις
αλλα οι κουβέντες
έχουν το βάρος κείνου που τις ακούει
εκτός από κείνες τις αμπαρωμένες
εκείνες,
που καταδικασμένες στη μοναξια τους
περιμένουν υπομονετικα
τη γνώση εκείνη
που θα τις λευτερώσει
που θα τις αξιώσει να μην είναι αναγκαίες
να μην αποζητουν πια δικαίωση
να μην χτυπουν τα κορμια τους στην πόρτα
να μην αλαλλάζουν τις νύχτες
να γίνουν μουσικη...
μόνο μουσικη...
τίποτε άλλο.







φάλτσος...


.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

παρων

τη μισω την Απουσία...
είμαι ορκισμένος εχθρος της
λέει ότι θέλουμε ν'ακούσουμε
μας ταξιδεύει όπου ποθούμε
δεν την αγάπησα ποτε την Απουσία
κι ας ήταν στιγμες που με μάγεψε και μένα
κι ας ήταν φορες που με πήρε απ το χέρι
με ταξίδεψε...
όταν τελειώνει όμως το ονειρικο ταξίδι
κι όταν καταλαγιάζει η σκόνη
απ το σούρσιμο των φθαρμένων παπουτσιων
στα σκονισμένα σοκάκια της φαντασίας,
μένεις μονάχος να περιπλανιέσαι...
μόνο η αγάπη για τη θάλασσα
μπορει να σε βγάλει στην ακτη
ή, στην καλύτερη περίπτωση,
ο απόηχος απ το μεθυστικο τραγούδι
ξεχασμένης σειρήνας που σε ψάχνει
με την απόγνωση να χρωματίζει
τις κελλαριστες της νότες

την ζηλεύω την Απουσία...
την προσμονη που προκαλει στα μάτια
τη πρώτη ρουφιξια του τσιγάρου
το κοίταγμα μέσα στο ποτήρι με την τελευταία γουλια
το ανατρίχιασμα το αδιόρατο
τον αναστεναγμο του πόθου
το σφίξιμο στο στομάχι
την έλλειψη
που στάζει σαν λυωμένο κερι
σε τρυφερο υπογάστριο...
μ'αυτη το κενο παίρνει υπόσταση
το τίποτε παίρνει αξία
η μια στιγμη γίνεται αιώνας
θρέφει
και τρέφεται απ τα πολύτιμα
αφήνει κομμάτια
προσπάθεια αναπαραγωγης
ματαιότητα

την σιχαίνομαι την Απουσία...
τα σημάδια της
τις λακούβες στους δρόμους
που προσπαθεις να περπατήσεις αξημέρωτα
τα κλειδωμένα παράθυρα
την πίκρα στο ξύπνημα
τον δισταγμο του λεπτοδείκτη
ν'αφήσει το χρόνο να κυλήσει
τον ύπουλο εξωραϊσμο της φυγης
την αίσθηση του άδικου
την απατηλη υπεροπλία της
την αλαζονία του εναγγαλισμου της
το ψέμα της
το μαυλιστικο της ρεφραίν
τη μετουσίωση των φαντασιώσεων
τις κλεμμένες της δάφνες
τον πόνο στο κρύο της φιλι

την πολεμάω την Απουσία...
γυμνος αλλα πάνοπλος
στέκομαι με τα πόδια στο νερο
ή στη θάλασσα
και την χαστουκίζω
με ξεσκέπαστες τις πληγες
με αλήθεια
με τραγούδι
με χορο
με θυσία
με καθαρο βλέμμα
με ανοιχτη καρδια
με πείσμα παιδιου
με φωτια
με ταξίδι
με παρούσα Αγάπη...

δεν την φοβήθηκα ποτε την Απουσία...
αργα ή γρήγορα
μεταλλάσεται σ'αυτο που πραγματικα είναι
απλά απουσία...








κάπου κρυμμένο ήταν αυτο (μέσα μου)
αφιερωμένο στους συμπολεμιστες...

.