της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Προμηθέας δεσμώτης

καιόμενη βάτος η καρδια μου
που όλο φωτια την τυρρανάει
και κύμα τη λυτρώνει
που ανακατέβει τα βουνα
βάζει στον πόθο της πανια
στο άγνωστο τιμόνι

καμμένο φύλλο η καρδια μου
που στέκεται μπρος στο γκρεμο
και σάλτο δεν φοβάται
κι όλο μετράει το κενο
κάνει τον πόλεμο χορο
και στο βυθο κοιμάται

στάχτη και αίμα η καρδια μου
που πίνει χιόνι και κρασι
μεθάει με τραγούδι
λυγάει το χρόνο με φιλι
κι όταν κουράζεται πολυ
κάνει τ΄αγκάθι χνούδι

φωτια και λαύρα η καρδια μου
που στ’ ανοιχτα παράθυρα
στις τόσες καταιγίδες
σκορπιέται κι ανασταίνεται
στερεύει και ευφραίνεται
και τρέφεται μ’ ελπίδες

κάρβουνο άσπαστο η καρδια μου
που στο καστρί τ’ απόρθητο
στην έχω χαρισμένη
στ’ άβατο του ωκεανου
ν’ αντιπαλεύει με το νου
αιώνια δικασμένη







Αύγουστος πάντα με φωτιες...
πάω να τρυγήσω λίγο νύχτα...
.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

verum veneficus


αλήθεια...
μαγεία...
πρόσωπα πού 'λαμψαν
σε παρωδία
σεμνη παράσταση
πρόστυχο τέλος
και στην υπόκλιση
φεύγει σαν βέλος
μια ακαθόριστη
αλληλουχία
κραυγες και ψίθυροι
θηριωδία
όσα δεν είδαμε
όσα δεν είχαν
κλεμμένο πρόσφορο
που τ' αρνηθήκαν
βροχη ελέους
φωνη από κτήνος
στο παρανάλωμα
το άγιο σμήνος
από μετέωρα
τρελλα δοξάρια
στου ήλιου το άσπιλο
προσκυνητάρια
νέα θρησκεία
ποια οδηγία;
ποια συναυλία;
νωρις επέδραμε
ως θυμωδία
απροσδιόριστη
κι αποκρυμνούσα
μια τελεσίδικη
κι εγκυμονούσα
στυγνης εκδίκησης
μοιραία Μούσα
ξεγυμνωμένη
ως βαλκυρία
πρωι στου νου
το υπεριώδες
μιας επανάστασης
το ιδεώδες
κι άμεμπτο πρόσωπο
μάρτυρα νέου
στ' άσπρο πουκάμισο
του αγοραίου
κι εύκολου έρωτα
μικρη Σαλώμη
το έβδομο πέπλο
τι φανερώνει;
απ' όσα κρύφτηκαν
απ' όσα ξέρω
μια να κοιτάξω
μία να δω
χρώμα ν' ακούσω
φωνη να λούσω
αίμα να πιω
στα πέντε γράμματα
κρυφοκοιμάται
σπονδη αγέρωχη
ποιος τη θυμάται;
όποιος κατάσαρκα
έχει σημάδι
της Κίρκης το κλειδι
το φως του Αδη
τη δάδα του Ήφαιστου
του Δία το σκήπτρο
τα ναι τα άνισα
τα μαύρα χνάρια
τα ξόρκια του όνειρου
τα χαληνάρια
αγάπης άρματος
εφ' όπλου κύμα
αλήθεια είναι
μαγείας σήμα...














Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

καραντίνα


παντιέρα κίτρινη κρεμάω στον ιστο
και παρακάτω οι κεραίες αλυχτάνε
βράδυ απάνθρωπο, ιδρωμένο, τροπικο
αλήτες γλάροι στη κουβέρτα ξενυχτάνε

λάγνο το κύμα κι η αλήθεια ένα φτερο
πλεχτο από σίδερο, που κόφτει και πονάει
στον πέρα μώλο στήσαν μάγισσες χορο
κι η καραντίνα μιαν αντίρρηση κρατάει

σα γαϊτανάκι τύλιξε το πούσι την μιλια
κι ένα βαρύδι έταξε η θάλασσα στα χέρια
χέρσα συγγνώμη σα μια άκαρπη ελια
κει που ζευγάρωνε η αυγη με τα μαχαίρια

σημαία χρώμα κίτρινο και θέρμη φυλακης
κι η καραντίνα πού'φτιαξα να με περιγελάει
φουντάρω στο αδύνατο μιας νότας μαγικης
κείνης που αναδύεται όταν ο βράχος σπάει







Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

ελλείψει έμπνευσης....


πως σε λένε;
στο περιθώριο
γραμμένο με ζουμι από λεμόνι
έτσι που να πρέπει να κάψεις το χαρτι
για να φανερωθούνε τα γράμματα
γραμμένο με φτερο από από παγώνι
από κείνα τα πλουμιστα
τα πολύχρωμα
που λαμπυρίζουνε στον ήλιο
που στολίζουνε τον κώλο
κείνων των ματαιόδοξων πουλιων
όμως τ'όνομα άφαντο
γυρνάω το χαρτι ανάποδα
και γράφω ένα ξόρκι
μουτζουρώνω το μελάνι
με τα δάχτυλα
κι έπειτα τα σκουπίζω
στο παντελόνι μου
φτύνω στο πάτωμα καπνο
βήχας απ το τσιγάρο
αν ήσουν εδω
θα με κατσάδιαζες πάλι
άν ήσουν...
αν ήσουν,
μπορει και νά'πιανε το ξόρκι
τώρα μονάχα μια μουτζούρα
και τα λερωμένα δάχτυλά μου
μαρτυράνε την πρωτύτερη φτώχια μου
έχω ξεχάσει τ'όνομά σου
πως σε λένε;
ξέρω πως μου το είχες πει
ή μήπως το άφησες να εννοηθει;
προσφιλης συνήθεια
το φλυτζάνι έχει ακόμη καφε
πολυκαιρισμένο
πικρο
μυρίζει σαν οχετος
κι εγω τον πίνω
ξύνω το κεφάλι μου
με τα λερωμένα δάχτυλα απ το μελάνι
ιχνογραφω στο κρανίο μου
θυμώνω με τη ζέστη
έτσι που κολλάει το πουκάμισο πάνω μου
κι ούτε μου πάει να το βγάλω
κι έτσι αλλοπρόσαλος
ιδρωμένος και λερος
με την αποφορα της απόγνωσης
και την ασχήμια της μουτζούρας
ακροβατω
μεταμφιεσμένος
στις λάσπες παραπόταμου του Γάγγη
βουτάω
κι αναδύομαι
στο Δέλτα του Νείλου
και λούζομαι στους καταρράκτες του Νιαγάρα
μήπως και αποχωριστω
τη βρωμια της ανέχειας
ψάχνω πάνω στο πετσι μου
αν έχω κάποιο στίγμα
κάποιο σημάδι
χάρτη
γρίφο
κώδικα
κάτι που να υποδηλώνει
διάολε!
πως σε λένε;
εδω το έχω,
στην άκρη της γλώσσας μου
μαζι με το τσιγάρο
το ποτίζω με καφε και νικοτίνη
κι ίσως γι αυτο δεν λέει να βγει
μα το θυμάμαι
ναι, το θυμάμαι σου λέω
εκείνη την πρώτη τη φορα που το άκουσα
απ το στόμα σου
δεν θυμάμαι τα γράμματα
όμως ο ήχος
απ τη φωνη
μού ‘καψε τ’ αυτια
τι;
να, βλέπεις; γι αυτο δεν ακούω καλα
εσυ φταις
εκτος κι άν
απο γεννησιμιου μου
κουφος γεννήθηκα
ν’ακούω μόνο όσα πρέπει να προσέχω
κι αν ρωτας
μήπως και τίποτε άξιο προσοχης
δεν έτυχε έκτοτε
δεν ξέρω να σου απαντήσω
και συνεχίζω να μουτζουρώνω τα χαρτια
και συνεχίζει η ζέστη να με τυρρανάει
κι ο καπνος να τελειώνει
κι οι μύγες να κόβουν βόλτες
πάνω απ τα περιτώματα που απλώνω στις σελίδες
αυτα που λέω γραφτα
εκείνα που στοιχίζονται πίσω απ τις αιτίες
και μου επιστρέφουνε χαστούκια
αλλα και φιλια
όμορφα φιλια
τέτοια που ξεχνάω και τη ζέστη
και την πίκρα του καφε
και την άγνοιά μου
και τ’όνομά σου
και τα βρώμικα δάχτυλά μου
και θυμάμαι
μόνο μια γραμμή
που χάνεται στον ορίζοντα
σαν βαριεστημένη πριγκήπισσα
λικνίζεται λίγο στο περιθώριο
κι έπειτα εξαφανίζεται
αφήνοντας στο κενο
μια ουσία αρωματικη
ένα ίχνος περιληπτικο
και πρόδηλο
ναι
το ίδιο που ακολουθω
απ τη μέρα που σ’άκουσα
γιατι πρώτα σε άκουσα
κι έπειτα σε είδα...




πενία εμπνεύσεως
ορνιθοσκαλίσματα
κατεργάζεται....



.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

χρονικο συνεχες...

Ναι!
θέλω έναν οργασμο από αγάπη
μια χούφτα ματωμένη
ν' αφήνει τ' αποτύπωμά της
κατάμεσα στο στήθος
μια δαγκωματια
στο μέσα των μηρων
ένα χτύπημα
από κεντρι σφήκας στο σβέρκο
ένα φιλι από αγριοστάφυλο
θέλω έναν οργασμο
καρφι από σφενδάμι
να λειώνει
όσο μπήγεται πιο βαθεια
στο υπογάστριο των ονείρων
μια όσμωση
ανάμεσα σε ψυχη
και σε πετσι
σε χώρο
και σε χρόνο
ένα μακρόσυρτο χορο
στην επιφάνεια της θάλασσας
σαν Χριστος
με πληγωμένες τις πατούσες
κι ένα χαμόγελο
γνώσης
κι απόγνωσης μαρτυρικης
μαζι
ένα οργασμό από αγάπη θέλω
θέλω τη διάσπαση
σ' εκατομμύρια μόρια
γενετήσιας σκόνης
τη μετουσίωση του πάθους
και του πόθου
σ' ένα δοχείο
σ' ένα κορμι
μια σάρκα
θέλω την ουσία που λείπει
κείνη που κλάπηκε βέβηλα
θέλω έναν οργασμο
κερδισμένο
χαρισμένο
από αγάπη αναπάντεχο
απρόσκλητο
κατακτητη
σκληρο
σαν την ουσία της αλήθειας
ανθεκτικο
σαν την ίδια την αλήθεια 
σαν την γνώση μιας αλήθειας κοινης
σαν αέρας
να λυσσομανάει
πάνω από στερια και νερο
σαν φωτια
σαν λάβδανο
σαν αμυχη
σαν μοίρα
σαν εχθρο
σαν φίλο
θέλω έναν οργασμο από αγάπη
που να κρατάει
ώρες
μέρες
χρόνια...







 .