της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2021

ευφορία

τις προάλλες,
βαφτίστηκα στα μάτια σου
κι απόμεινα χωρίς όνομα
μα με περίσσια επίθετα
τις βραδιες που δεν έχω ήχο
μου μοιάζει πιο προσηνής η ευδαιμονία,
μα κι όταν λείπει
έμαθα να την εφευρίσκω 
ψηλαφώντας τις αντιρρήσεις μας
εν χορδαίς
δεν έχω σκοπό να επαναληφθω
-αγαπώντας όπως άλλοτε-
αργει η Άνοιξη
κι άεργο το Καλοκαίρι 
-στο μεταξύ-
συνομωτουν τα εύφορα υποκοριστικα
κι έτσι
καταμεσις Φθινόπωρο-Χειμώνα
-δεν έχει σημασία-
βρίσκουν οι βροχες 
το σποράκι 
σφηνωμένο σε αργιλώδες υπόστρωμα
θαλερό και ανυπόμονο



Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2021

το πουλάκι

σα νυχτοπούλι τριγυρνας
κι όνειρα μου γυρεύεις
κι απέ στο έλα και στο μή
γυμνούλι χουζουρεύεις
φκιάχνει η μοίρα μια φωλια
κι η νύχτα ένα γιορντάνι
κι η αγκαλια γλυκο νερό
να πίνεις να σε γιάνει
κι απάνω στις κορφοπλαγιες
στις μυστικες τις στράτες
φορας του δράκου τα φτερα
στις άσπρες σου τις πλάτες
τρυγας του φεγγαριου το φως
του Ζέφυρου το χάδι 
κι απέ κουρνιάζεις σύγκορμο
στ' αλώνι μου το βράδυ
σε κρύβω απ' τα σύννεφα
μ΄ αρπαχτικά σε βρίσκω
γλυκιά φωτια στα σωθικά
της γρατζουνιας το ρίσκο
κι όσους αγάπησες κρυφα
στης νύχτας τους μπαχτσέδες
τώρα κοιμούνται ανέμελοι
στου ονείρου τους τεκέδες
κι εγω, που σε κανάκεψα
και σ' έκανα δικια μου
σ' απόλυσα ένα πρωι
πού 'ρθα στα σύγκαλά μου


 






Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2021

συμπόσιον

στάθηκε η μέρα να μεγαλώσει
κι εμεις, νωχελικοι κι ερωτευόμενοι
αγνατεύαμε το πάλλευκο περιστήλιο της Αγορας
καθισμένοι απέναντι απ' τις αρχαίες πέτρες
αναλογιζόμενοι την ηχώ:
ο Έρωτας ανήκει στο αίνιγμα
το αίνιγμα ανήκει στην τρέλα
ανάμεσα στο ρητο και το άρρητο
απλώνεται το τοπίο
το χωρις τόπο
με τους πόθους μας
να ξεσπουν ανεξέλεγκτοι
κι έπειτα να αποχωρουν
αφήνοντας πίσω τα σαρκοβόρα τους παιδια
δεν χρήζει πια εξήγησης
το ότι αν ψάξεις να με βρεις
εντος σου κατοικω
όμοια κι εσυ σε μένα
κι όταν αποσχιζόμαστε
σπαράζονται τα δαιμόνια
μα αυτό κρατάει μοναχα
ως την επόμενη
εκούσια και συλλήβδην παράδοση 
στην ίδια απαστράπτουσα τρέλα...









Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

όναρ

σώθηκα σήμερα με το χάραμα
τυχερός, 
κρατούσε -ακόμη- ο νυχτερινος οίστρος
έμπλεος, 
όμορος μικρης θάλασσας
που μ' ακολούθησε αυτόβουλα.
δεμένο με λιγνο σπάγγο στο μπαλκόνι
ένα μικρο αστράλι
τιτίβιζε εν χορδαίς
αγέρωχο
που επιβίωσε της πραγματικότητας
απαλλαγμένο από του χρόνου τις περικοκλάδες
υποδόρια ρέμβαζε η ίδια εξαχνωμένη επιθυμία
κι η εξουθένωση της βοράς της
έκδηλη
μαυλίζω τις αόρατες -σχεδον- σπίθες της
κι ηδονικη επιστρέφει η πυρά
ώς άλλοτε
ώς συνήθως
είθισται να κλείνω τα μάτια
για να επανεκκινήσω
μα η μορφη της
τυρρανικά ασύδοτη
επιβιώνει εσαεί
παρ'όλη την βίαιη αλληλουχία
ύπνου και συνείδησης


Τρίτη, 4 Μαΐου 2021

σε δεύτερο πρόσωπο

μοιάζει ο δρόμος αυτος
ημιτελές μυθιστόρημα
που πισωπατάει 
γεμάτο μεθυσμένα φωνήεντα
υποσχόμενο ατελέσφορα τοπία
μην με δικάζετε όσοι δεν έχετε νιώσει
την όξινη γεύση του εγωισμου
να έρπει πίσω στον οισοφάγο
και τ' αναποφάσιστο 
της Εαρινης αμφιθυμίας
εν είδη απόφασης
παζαρεύω με την αλήθεια
το μέλλον
και γράφω 
σε δεύτερο πρόσωπο απευθυνόμενος
εσείς, πού 'χετε νηστέψει 
την επίδραση της Άνοιξης στις κερασιες
μην ταυτιστείτε
κυοφορώ λέξεις απαγορευμένες
που τις φύλαγα για το τέλος
μα να! που ο δρόμος δεν τελειώνει
μήτε το μυθιστόρημα
προσπαθώντας να καρφώσω
μια τελεία
-άμαθος-
καταλήγω πάντα
να ματώνω τα δάχτυλα και τα χαρτιά μου






Τετάρτη, 21 Απριλίου 2021

υπερ απολεσθέντων

πού να κεντάς απόψε τ' όνομά σου;
κι άφησες πίσω την μαρκίζα αδειανη
πέρασες μέσα απ' την βροχη 
ανέγγιχτη
σαν θόρυβος σε πίστα μακρυνη
σαν τότε
που τα βήματα μετρούσες
γιατι δεν ένιωθες τον μέσα σου ρυθμο
μα η μουσικη
-που πάντα σ' αγαπούσε-
πάλι σε έσωνε στο βήμα το στερνο

πώς να μετράς απόψε το κορμι σου;
εδω παράτησες και μέτρα και σταθμά
χάθηκες στην οχλοβοή
αόρατη
αερικο, με σάρκα και οστα
και τώρα δα
που η μοίρα μας μισεύει
κορφολογας της μνήμης τον ανθό
χέρια ορφανά
κι η αλήθεια περισσεύει
σ' αυτον τον μύθο που τον τρέφει το φευγιο

κι εγω που κάποτε σε βάφτισα δικη μου
κι είχα το σώμα σου ανάσα και παλμό
-μην γελαστείς που όλο ξεχνω
την άνιση ζωη μου-
φύκια φυτεύω στο βουνο
θυμάρι στο βυθο
κι απ' όσα συ μου χάρισες
κρατάω μόνο μαζι μου
της θύελλας την αγκαλια
και τον Ωκεανο




με χρονοκαθυστέρηση, μα ήταν να τελειώσει τωρα
κατα πως φαίνεται...


Δευτέρα, 12 Απριλίου 2021

κάτι σαν πορεία

ακάματες θεραπαινίδες οι ματιές
σκλαβώνονται σε ξώβεργες 
κι απ' τα βαθιά
σύσσωμοι αναδύονται δυο βράχοι
ζηλεύουνε τις ρίζες των θνητων,
που δεν θά τους αγκαλιάσουνε ποτε,
κι ύστερα αποκοιμιούνται παφλάζοντας
έστειλε το φιρμάνι η Άνασσα
χρώματα κόκκινα και θαλασσια 
και σαν του κάστανου το πανωφόρι
ξόμπλι από μουσκεμμένο όψιμο Χειμώνα
κι ένα κοράκι άφωνο
σιγοπαλεύει τις άπνοιες
φωτια και πάγος το χάδι
και ούτε λόγος για φιλι
κι ούτε φιλι κι ας υπάρχει λόγος
κι ο χρόνος
ένας ροζιασμένος καραβομαραγκός
ματίζει τσόφλια 
και χτίζει καράβια
θα αρματώσουμε τούτη την απόγνωση
μ' άρμενα, ξάρτια και πανια
κι έτσι θα πάμε
πλέοντες
κι έμφορτοι
με τ' αμπάρια γιομάτα απ' τις εξάψεις
κι έρμα την αλήθεια
προς τα κει 
που βούλιαξαν οι βράχοι
για ν' αγκαλιάσουμε - επιτέλους-
τ' απροσδόκητο της μοίρας μας το κλέος





Κυριακή, 4 Απριλίου 2021

οιονεί έμπνευσις

στην απληστία των φιλιών μας
κουβαριάστηκαν μικρά, γυμνά, άκλιτα απαρέμφατα
φυγείν αδύνατον
ζείν έκλυτον
αγαπάν κατα το δοκούν
-εν τέλει- καταφέραμε
να γενεί πάλι κόμπος η κλωστη 
πού 'χαμε -τάχα- ξεμπερδέψει
μεθυσμένοι πατάμε τα ξέφτια 
και πέφτουμε -πάλι- 
εναγκαλισμένοι και πρόσφοροι
στο ίδιο απέραντο αλώνι
όπου παραμονεύουν 
υπομονετικα
τα έξοχα δαιμόνια
των ερωτικων μας συζητήσεων


Κυριακή, 7 Μαρτίου 2021

ασυνάρτητον

με ταλαιπωρει η συνάφεια
σχεδον όσο και τα σημεία στίξης
μοναχά οι συνειρμοι με βολεύουν
-ειδικα αν είναι πτερόεντες-
κι οι τρείς λεμονιες στο πατρικό μου
εύφορες σαν τις απολήξεις των δαχτύλων σου
αειφόρες σαν τ' ασεβη ακροχείλια σου τα βραδυνα
με στενεύει η άχρηστη πανοπλία της αναισθησίας
ντύνομαι τα λιγοστα σκουτια της θάλασσας
προσμένοντας το κύμα 
και την αγκαλια την φλογοκρατούσα
να, έτσι σουλατσάρω ασυνάρτητα
εποχούμενος στις μέρες που περνουν
χωρις το κοίταγμά σου...







Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021

απέναντι

αντίκρυ
η επίφαση του γνώριμου δέους
ανένδοτη σαν φωτιά
ξεκάθαρη σαν κατάφαση
κι ανάμεσα μια ομίχλη διάφανη
μα τόσο πυκνη
που να μπορείς μ' ένα μαχαίρι να την κόψεις
ή μ' ένα φιλι;
-ευλογημένη επωδός-
το μηδεν της απόστασης
η αντιστροφή του χάους
κι η απαστράπτουσα αύρα
που καταρρακώνει τα άβατα
σαν από πηλό τα βλέμματα
τελετουργούν αυτόβουλα
-προϊόντος του χρόνου-
ως την εντελή
του πόθου μας ικμάδα


Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2020

προσδιορισμοί

πριγκήπισσα ενάλια των μαγικων μου τόπων
βασίλισσα της Ουτοπίας μου
νερο της όασής μου
της έμπνευσής μου αψέντι
ωκύρροη της τρέλας μου ανάσα
της νύχτας οργασμε μου
και άδητό μου γλέντι
της μνήμης σου δέομαι
μα της λήθης σου τυλίγομαι τ' άδειο πουκάμισο
κι ούτε τολμω -πιά-
να ξομολογηθω 
του τελευταίου μου πειρασμου
τ' άδικο κατρακύλισμα
με σμπαραλιάσαν οι συνεπαγωγές
μύστης διχασμένος -εσαει- ανάμεσα στο κάλλος και το κλέος
ουδέν οίδα
ουδέν έστερξα
κι απ' όλα που προσφέρονταν
πρόφτασα μοναχά να σ' αγαπήσω
Άνασσα της υγρής μου επικράτειας
της σκέψης μου σελιδοχτίστη
των καλπασμών μου, σύ, χρυσόστικτο φαρί
Μούσα ασύδοτη
γνώση στερνη
και της ελπίδας πίστη 
στάθηκε το αέναο
τη μέρα για ν' αδράξει
κι εγω, ένοχος ιδιωνύμου
τετελεσμένος διατελω
ενταύθα




Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2020

M/V Eνδόμυχον

κι ως ανταριάζει σφαλιχτο το μεσιανό τ' αμπάρι
κι αγκομαχάει η μηχανή με τα βαρια σφοντύλια
το μπαϊράκι σκίστηκε, ποιος θα μου το μαντάρει
ποιος θα μου γειάνει τις πληγες απ' αναμμένα χείλια

κι όπως λογιάζει η θάλασσα τον βράχο για να λιώσει
και μιά τα πόδια του φιλα και μιά τον μαστιγώνει
ποιά σαλεμμένη αποκοτια σου σκότισε την γνώση
και η λερη κουβέρτα μου, γυμνη σε καμαρώνει

στήσαν χορο οι βλάμισσες, το πόστο να σου κλέψουν
δέκα πηδάνε στα καρφια και μιά στη λαμαρίνα
μα είναι η μουράβια ζόρικη και πως να την αντέξουν
σκορπίσανε στα ύφαλα και πιάσανε τη γκρίνια

κι ώ! σαν το κύμα αγέρωχη και αφροστολισμένη
ξάπλωσες πα στ' αμπάρι μου η φλόγα να κοπάσει
και το θεριό στη φυλακη την σιδεροχτισμένη
σου τάζει σαν λευτερωθει πως δεν θα σε ξεχάσει

και σιέται η κλειδωνοφωλια και σπαν οι μεντεσέδες
κι οι φύλακες μαλώνουνε με φίδια και με χάδια
γίναν τα λόγια σου φιλια κι οι στεναγμοι μπαχτσέδες
κι η Αγάπη πρωτοφάρμακο να τρώει τα σκοτάδια



Στην Ανώνυμη, με τα πολλα ονόματα
και τα πέντε γράμματα

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2020

ενδελέχεια

 

Δεν έχω τόπο, ούτε πατρίδα
Άλλα φαντάστηκα παλια και άλλα είδα
Είμαι ενα ψέμα που λέει αλήθεια
Είμαι μια λόξα που μου έγινε συνήθεια

Δεν αγαπάω και δεν φοβάμαι
Κι αν ερωτεύομαι το κάνω να θυμάμαι
Δεν είμαι νέος, δεν είμ' ωραίος
Είμαι χρησμός επιρρεπης και αναγκαίος

Μετρώ το χρόνο ώρα την ώρα
Κι όσα ονειρεύτηκα καιρό τα θέλω δώρα
Αφήνω ίχνη, κρύβω σημάδια
Κι έχω μια δεύτερη 
κρυφη ζωη τα βράδυα

Έχω μια τρέλα και μιά ερωμένη
Μα η δικη μου η καρδία αλλού δοσμένη
'Εχω στασίδι στην παραλία
Μα αν με ψάξεις θα με βρεις στην τρικυμία

Έξυπνος είμαι μα και γελοίος
Αλλάζω μάσκες για να κρύβομαι τελείως
Δεν έχω φίλους, ίσως εκείνη;
Σουγιάς και κόμπος ναυτικος στου νου τη δίνη

Κρύβω τον κόσμο σε μία γυάλα
Και στο συρτάρι μου το ουίσκυ σε μπουκάλα
Πίνω, καπνίζω, δε λέω λόγια
Και κανακεύω τις πουτάνες στα υπόγεια

Γράφω και στίχους κι ύστερα κλαίω
Κι αν άλλα πόθησε η καρδια μου, εγω φτάιω
Είμαι ο Πάνας, κι ο Προμηθέας
Σχιζοφρενης, αυτιστικός, διαφθορέας

Έχω φιλήσει πολλούς αγγέλους
Κι εχω διαβόλους αγαπήσει μέχρι τέλους
Εχω ματώσει κι είμαι σακάτης
Είμαι οργασμός στο μεσοβύζι μιας απάτης

Δεν αγαπάω, μόνο φοβάμαι
Κι αν θα ξυπνήσω το πρωι δεν θα θυμάμαι
Δεν έχω τόπο ούτε πατρίδα
Μα ό,τι λαχτάρησα ποτε στα μάτια σου είδα


Οκτώβρης 2011, Πειραιας

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

αρένα

φιλάς το ποτήρι σου να πιεις
κι ένας πετρίτης βουτάει μεθυσμένος στο πηγάδι
σπαρμένο ιλίγγους γύρω σου
το ναρκοπέδιο
εκπέμπει μιά περίφοβη προσωρινότητα
δυό-τρεις αφτέρουγοι τσαλαπετεινοι
με μάτια αφυδατωμένα
περιπολουν 
κι εγω, στην θαμπή τύρβη του Σαββατόβραδου,
αγναντεύω απ' το κοράκι
καστανιες στην Αργαλαστή
κι άσπιλη άμμος στα Φαλάρσανα
κι ανάμεσά τους 
πέλαγα αφροντυμένα
και κάπου κεί στη μέση τους
το ενεργό της Θήρας το αφάλι
σάν φρυκτωρία πάμφωτη
ώ, της καρδιάς μου σύγχορδο!
μονάχος κι αρειμάνιος θα μπω σε τούτη την αρένα
θεριό ή μονομάχος;
δεν ξεδιακρίνω ακόμη







Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2020

μυστήρια

κέλομαί σε, 
σου γράφω,
μα αφήνω τ' όνομά σου απροσπέλαστο
κοιμήσου λίγο ακόμη 
με τ' ακροσέντονο στις χούφτες σου
αργει ο κλήδονας
λίγο ακόμη
να διώξω τις στερνές μου αντιρρήσεις 
και κάμποσες αντινομίες 
που βρίθουν αντισύλληψης
κέλομαί σε,
θεά της γονιμότητάς μου
κοιμήσου λιγάκι ακόμη
με τους βοστρύχους σου λυτους
στ' αστάλαχτο του ύπνου σου περβάζι 
αργουν τα Ελευσίνια,
κι η κάθαρσή μου από κοντα,
λίγο μονάχα
να ματίσω τα ξόμπλια στην παντιέρα
να παίξω άλλο ένα τραγούδι
να βλαστίσει το σπορί
να μεγαλώσει κι άλλο η νύχτα
που ειναι η μέρα ανήμπορη να με σώσει
κοιμήσου μιά στάλα ακόμη,
δεν ξέρω αν στό 'χω πει,
μα νύχτα θα σ' αγαπήσω




Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2020

ένδοια

η νύχτα σκοτίζει τους δρόμους
λοιδορούν τις σκιες οι ετερόφωτοι
και κάτι χρονικοι προσδιορισμοι με ξεπερνούν ξώφαλτσα
αποχρώσες ελπίδες, 
άχρωμες
λίγη βροχη μ' έκοψε στα δύο
Δεν είσαι εκει που σ' είχα δει
κι αρτύθηκα ένα τελευταίο παράπονο
βαδίζοντας για τα στεγνα ορθρινά ονειροδρόμια
Βλέπεις,
δίχως φιλί δεν σώζεται η νύχτα



Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

καλημέρα

ξυπνω έμπλεος
ανάστροφα βαφτισμένος 
εκ των έσω
και κάπως έτσι, αλλάζουν πάλι τα σύνορα
οι συνήθεις ύποπτοι
ξεσκονίζουν όπλα, σύνεργα και χαρτια
αν πετάξω τις πανοπλίες
θα μείνει χώρος στα χρώματα που λείπουν

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

ποιηματάκι


πάλι μονάχος μου τη νύχτα την περνω
και από πάνω μου χιλιάδες αστεράκια
κουράστηκα ερήμην σου ξανα ν' αναζητω
τη λίγη δόση αγάπης σου με μπόλικα παγάκια

πάλι ξημέρωσε χωρις να κοιμηθω
έχω καφε αλλά τελειώσαν τα τσιγάρα
έμαθα πλάϊ σου με τα μισα να ζω
μισά φιλιά, μισή αγκαλια, μα μπόλικη λαχτάρα

πάλι σου γράφω, μήπως κάποτε τα δεις
με την ψευδαίσθηση πως είναι ραβασάκια
κι αν θα ρωτήσεις, το γνωρίζει ο καθείς
ακόμη το ουίσκυ μου το πίνω με παγάκια



αφού τελείωσα κι αυτο, μετα από κάμποσες δεκαετίες
υπάρχει ελπίδα... :)

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2020

το καρβουνάκι

σαν ανάψω το τσιγάρο
και ρουφήξω τον καπνο
παραμάζωμα τον χάρο
θα τον πάρω στον χορο

σαν τελειώσει τ' οργανάκι
και μερώσει το κρασι
θα χαθώ με το μπουλούκι
κι άμα θες έλα κι εσυ

κι άμα αρχίσεις να ρετάρεις
δεν θα είναι απ' το πιοτο
το τσιγάρο που φουμάρεις
τον ασίκικο σκοπο

θά 'ναι απ' την κρυφή τη φλόγα
που σε καίει σαν λαμπάδα
και σ' αφήνει καρβουνάκι
στης καψούρας τον Καιάδα

σαν θα πιάσεις το μπουκάλι
μην σε νοιάζει κι αν σωθει
έχω ανάψει το μαγκάλι
κι έχω φίνο τουμπεκι

κι αν τελειώσει το τραγούδι
και βραχνιάσει η φωνη
θά 'ναι η ψυχη γεμάτη
κι η μπουκάλα αδειανη

κι άμα αρχίσω να ρετάρω
δεν θα είναι απ' το πιοτο
το τσιγάρο που φουμάρω
τον ασίκικο σκοπο

θά 'ναι απ' την κρυφή τη φλόγα
που με καίει σαν λαμπάδα
και μ' αφήνει καρβουνάκι
στης καψούρας τον Καιάδα



πριν από 8 χρόνια,
η συνήθης ύποπτη αδερφη ψυχη μου,
μου είχε ζητήσει να γράψω ένα απο κείνα περίεργα
έκατσα λοιπον ένα απόγευμα καλοκαιριου τότε
και σκάρωσα το καρβουνάκι
το ξεσκόνισα και νάτο


Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2020

φλογωπά σήματα

ασφαλώς και δεν έχει σημασία
πούθε κατρακύλησε 
ετούτη η συνείδηση
που έστερξε, έτσι, να μας σημαδέψει
άλλους επιπολής, στο θνητό μας σαρκίο
κι άλλους πυρογραφώντας μας τις φλέβες
δεν ρώτησα ποτέ
μα απ' τα τυφλά μου, ως τότενες, μάτια
οίδα, πλέον, τα κρυμμένα μονοπάτια
που καταλήγουν στις ζωοδόχους πηγες
ποιά άτροπη μοίρα μας όρισε να ψηλαφίζουμε,
ενεοί απομένοντας στην αποκάλυψη;
αν σηκώσουμε το βλέμμα
ιδού! ο Πρόμαχος ο ανίκατος
δεν λογαριάζει αν τον πιστεύουμε
συνεπής, περήφανος κι αδυσώπητος
παραμένει αλυσσοδέσμιος
κι εμεις 
προσταγμένοι μπροστα να κινούμε
ταπεινοι μα και περιφανεις κληρονόμοι του.