της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

παλιο ημερολόγιο...




δώσ'μου ένα λόγο μια στιγμη για να σ' αφήσω
να πω πως κάναμε μια βόλτα στ' ανοιχτα
πως μου ελύθη το πανι κι έμεινα πίσω
πως ελασκάραν οι αρμοι απ τα κουπια

στο ημερολόγιο να γράψω δυο αράδες
να πω πως έκλαψα που σ' έβλεπα να φεύγεις
πως με μαζέψαν κάτι Σύριοι ψαράδες
από αυτούς που στο παζάρι αποφεύγεις

να πω πως μ έβγαλαν στο Δέλτα μεσημέρι
πως με λυπήθηκαν και μού'δωσαν τροφη
να γράψω για της Αφρικης τα μέρη
για μια μιγάδα που ερωτεύτηκα εκει

δώσ΄μου μια αιτία για να πω ένα παραμύθι
να πω κι εγω μια ιστορια καταστροφης
πως με μαχαίρωσε Αυστραλός σ ενα ξενύχτι
να διηγηθω μια ιστορία επιστροφης
 

σαν Οδυσσέας να δεθώ σ' ένα κατάρτι
να πω πως έφυγες με μαύρους πειρατές
ή οτι σε έχασα μια νύχτα στη Μονμάρτη
ή σ' ένα βρώμικο στενό στο Μαρακές

θέλω ενα λόγο πειστικο ν' αυτομολήσω
να σε αφήσω και να φύγω μακρυα
να βρω ένα τρόπο άλλη μια να σε κερδίσω
να 'μαι τυφλός τη μιά, να δω ξανα







ένα παλιότερο κομμάτι
απ'τα πρώτα έμμετρα
που τα αγαπω πολυ!

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

δέσμιος εκών (νυχτερινο όνειρο)


δεν θα μπορέσω σήμερα πάλι να κοιμηθω
θα γύρω σ'ένα ποτηράκι από αψέντι
κείνο που τρύγισα στο πρώτο μας το γλέντι
κι ακόμη καίει τις φλέβες μου σαν άγιο φυλαχτο

δεν θά 'χει η μέρα να μου πεί παρηγοριες
κι αυτη η νύχτα να μου δώσει ένα χάδι
λύτρα ζητάει τ'όνειρο για νά'ρθει ένα βράδυ
κάψα μου απαράβατη και τσέπες μου αδειανες

κι όπως φυσάει ο ζέφυρος
κι ανάβει το φεγγάρι
και καθρεφτίζει τ' άχραντα
της λίμνης σου νερα
κάν' το σεντόνι σου πανι
το νου μου μαξιλάρι
το ξέρω, άρπαξα φωτια
μα κράτα με γερα

δεν θα σ'ακούσω σήμερα πριν αποκοιμηθω
θα ξενυχτήσω μοναχος σ'υπόγειο με λιοντάρια
σ'ένα τραπέζι που γλυκα μεθάω με τα ζάρια
και σε παιχνίδι άσπονδο ξανα θα μετρηθω

δεν μου χρωστάει το νόστο της αυτη η προσφυγια
στης Κίρκης τη χρυση σπηλια φωλιάζει σμέρνα
έβγαλε η μάγισσα όρντινο και μού'πε, - πέρνα!
- εσυ αλλου ετάχτηκες, σε άλλη πυρκαγια

κι όπως φυσάει ο ζέφυρος
κι ανάβει το φεγγάρι
και καθρεφτίζει τ' άχραντα
της λίμνης σου νερα
κάνεις τις μπούκλες σου σχοινι
και τ'όνειρο ζωνάρι
ξέρω, νόμιζες θα χαθω
και μ' έδεσες γερα



Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

ταξιδεύοντας

ταξιδεύοντας
στις όχθες των ξεχασμένων παραισθήσεων
ανάμεσα στα φύλλα της φωτιας,
που γλυκοκαρτεράνε την παλίρροια,
εκει,
που δεν έχουμ' ακόμη περπατήσει
με τα πόδια γυμνα
να βουλιάζουνε στην άμμο και τα στρογγυλα βότσαλα
που δεν έχουμ' ονειρευτει ακόμη
κάτω απ' τον ίσκιο μιας συκιας
ξαπλωμένοι
σε μιαν αιώρα από σχοινι λευκο
με περίτεχνους κόμπους
θέλω να κλείσω τα μάτια μου
ν' αφήσω το κύμμα να με χαϊδέψει
όπως εσυ χαϊδεύεις τα μαλλια σου
μ' αυτο το χάδι που θάλασσα θυμίζει
σ' ένα νησι
που χάρτης δεν γνωρίζει
που η κοντυνότερη παρυφη στεριας
είναι χίλιες λεύγες πέρα στον ορίζοντα
θέλω να σ'αγαπήσω
σε χρόνο μέλλοντα και τετελεσμένο
στο πριν και το μετα των αρφοντυμένων συνειρμων μου
εκει,
που η αηδονολαλια των φιλιων σου
στραγγίζει το γιατι απ' τα χέρια μου
που οι μουσκεμένες αγκαλιες του καλοκαιριου
οσμώνονται σ' ένα τραγούδι
εκει, στου Πάνα το δασόστρωτο διάσελο
να σ'απιθώσω πάνω στις πευκοβελόνες
να βρουν αιτία κι αφορμη οι ιστορίες να συμβούνε
κι η άρνηση ατελέσφορη
να θρυμματίζεται στα κυματιστα μεσημέρια
εκει, στης νιότης σου το αστροφως
στ' αγρίμι που φωλιάζει στον κόρφο σου
που το ταϊζεις στάλα τη στάλα
με το γάλα των αποθυμιων σου
σ'ενα περβάζι στο μπαλκόνι του Αυγερινου
πιο κει απ τις κουρασμένες βάρκες
που μπρούμητα ξαποστένουνε
γεμάτες φύκια, στρειδώνα
και τη σοφία της νύχτας
θέλω εκει να σου χαράξω πέντε γράμματα
πίσω απ την κλείδωση των γονάτων
στους αγκώνες
κι ένα, το μεσιανο,
ανάμεσα στις φύτρες του σβέρκου σου
έτσι που να θέλει προσπάθεια να δεις τι θα γράψω
και να ρωτας
-τι έγραψε κείνος ο τρελλος σαν κοιμόμουν;
και να παραλείπεις, στην αγκαλια του...
ταξιδεύοντας,
σ'ένα προάστειο της λαβωμένης πόλης μας
λίγο πιο κάτω απο κει
που σ'είχα πρωτοδει
σκοτάδι, στο πατάρι των πρώτων ονείρων μας
σε μέρη που μου τά'χεις διηγηθει
δαγκώνοντας τα χείλια σου
σε βράδυα απρόσμενα
στο χαμόγελο μιας λυπημένης μελωδίας
στο πέρασμα των λιονταριων
μέσα απ τις πρόσκαιρες βροχες του χειμώνα
στους τοίχους και τις γκρεμισμένες πόρτες των προσφυγικων
στο λιμάνι...
ταξιδεύοντας
πάνω στ' αρματωμένο το σκαρι του Ποσειδώνα
με αποσκευές πέντε γράμματα
και εισητήριο ανοιχτο
μονάχα το φιλι σου.




.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

cupiditas

δώσε μου το χρώμα σου
να ξαναβάψω τα νερα
νά 'χω στο μελανοδοχείο μου
να σου γράφω
η σινικη μουτζουρώνει τα χαρτια μου
δώσ' μου τις ρίζες σου
δώσε μου τα φτερα σου
ν' αγκαλιαστουνε με τις φλέβες μου
να ταξιδεύω μέσα σου μου φτάνει
δώσε μου μια μπούκλα στάχυα
να φτιάξω μια σκέπη για τη βροχη
μα πάλι, δώσε μου και τη βροχη σου
να μυροβολίσει το κατάστρωμα
πευκοβελόνες και θάλασσα
δώσε μου μπαμπάκι απ' την ψυχη σου
να γεμίσω το μαξιλάρι μου
που κάθε βράδυ αναστενάζει
απ' το βάρος των ονείρων σου
δώσε μου ένα όχι
νά'χω ν' αντιπαλεύω
με τα ναι, όταν δεν μου τα λες
δώσε μου μια γραμμη
από το σχήμα των χειλιων σου
για να ταιριάξω την πορεία
για το χαμόγελό σου
δώσ' μου ένα φόβο σου
να στόν κάνω σκαλι
για να φτάνεις τις κερασιες
δώσε μου τη φωνη σου
να διαφεντεύει το δικο μου φόβο
να τον διατάξω να λουφάξει
χάρισε μου μια ματια
τη γκριζογάλανη της μέρας
ή την άλλη, που φορας αγέρωχη τα βράδυα
να βλέπω πού πατάω στις σπηλιες σου
δώσε μου ένα άγγιγμα με τ' ακροδάχτυλα
στο μάγουλο ή στο στήθος
νά'χω ν' ανατριχιάζω τα καλοκαίρια
δώσε μου μια στάλα απ' το αίμα σου
να νιώσω πως αφαίμαξα την Αφροδίτη
δώσε μου ένα γιατι
να δικαιώσω μιάν απάντηση
μια βαθεια ανάσα απ το στήθος σου
μην ξαναλογαριάσω βυθους
ένα βήμα σου
για να χορέψω
μια μέρα σου
να στην κουρσέψω
ένα σταφύλι
να τρυγήσω
το ρόδι της καλης χρονιας
στην πόρτα σου να σπάσω
ένα ατέλειωτο φιλι
για να σωπάσω...


μα μην νοιάζεσαι
κι αν όλα αυτα
κι ακόμη περισσότερα
μου δώσεις
έχεις ακόμη να σου τραγουδάω
ώσπου ν' αδειάσει το μελανοδοχείο
που το φωνάζεις θάλασσα...





.