ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...
Όπου τα χρυσόψαρα μπορει να δαγκώσουν σαν καρχαρίες και οι γοργόνες δεν μπορουν τα μακροβούτια...
της ψυχης
Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....
Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011
"επιτύμβιον"
πιο πολυ
νοσταλγω την ελπίδα μου
πιο πολυ είναι το "στοίχημα"
που μου λείπει
περισσότερο
νοσταλγω τ'όνειρο
πιο πολυ κι απ τις στιγμες
όχι γιατι τόσο ήταν, έτσι κι αλλιως,
μα γι αυτο που ήταν
νοσταλγω την υπόσχεση
όχι κείνη,
ή όποια άλλη δόθηκε,
εκείνη την ανείπωτη
εκείνη που δεν μεγάλωσε τόσο
που να μάθει να περπατάει μονάχη της
κι έτσι δεν κατάφερε να με προλάβει
πιο πολυ νοσταλγω την ελπίδα
ακόμη και την αμφιβολία
πώς μπορει να μου φτάνει ένα;
την ασυμβίβαστη μάχη μέσα μου
τη νίκη της αβεβαιότητας
εφήμερη
κι έπειτα την αέναη πάλη
με τα σημάδια
με τις Κασσάνδρες
έλεγα
-θ'αλλάξει ο καιρος
μα ξεροκέφαλα κινούσα ίσια στο μάτι
καμμια φορα απλα στεκόμουν ακίνητος
έλεγα πως φτάνει
πως αρκει η απονενοημένη παλληκαρια
γιατι περνάει από πάνω μου
κι από μέσα μου
το κύμα
κι ο αέρας
έλεγα πως αρκούσε να είμαι εκει
όταν το ξέσπασμα κοπάσει
γιατι πιο πολυ θα μου έλειπε η ελπίδα
θα μπορούσα
να καβαλήσω το κύμα
να σηκώσω πανι με τον αέρα πρύμα
μα κι όσες τό'κανα
μ'έφερε πίσω ένα τραγούδι
ή ένα κλάμμα
ή το πού'χα περίτεχνα ξεχάσει να λύσω το σχοινι
και πάλι εκει
μ'ένα πείσμα αρχέγονο
ακατανόητο
ατελέσφορο
γατζωμένος στο "στοίχημα"
αποφασισμένος να το κερδίσω με το δικο μου τρόπο
χωρις να κλέψω
χωρις κρυμμένα χαρτια...
θα μου λείψει τ'όνειρο
μα όλο αυτο το πάλεμα
μ'έκανε ώρες ώρες
να χάνω απ τα μάτια την πορεία
όχι
αυτο δεν θα μου λείψει...
τ'όνειρο, ναι
ύπνος
σε δωμάτιο επαρχιακου ξενοδοχείου
το δεξι μάγουλο στο μαξιλάρι
τα δάχτυλα τ'αριστερου χεριου μικρη γροθια
κάτω απ το σαγόνι
το δεξί χέρι ριγμένο έξω απ τα σκεπάσματα
ανάσα ρυθμικη
αδιόρατη μουσικη
μυρωδια παρουσίας
κι απουσίας
τ'όνειρο
περισπούδαστη ελλεγεία αμετροέπειας
κατρακυλάνε λέξεις ακατάληπτες
απ το μυαλο μου
χορεύουνε λίγο στον ουρανίσκο
ταξιδεύουνε μαζι με τον καπνο του τσιγάρου
σχήματα
ορνιθοσκαλίσματα
στο περιθώριο των χαρτιων
θα μου λείψει η μουσικη
η αναζήτηση της ιδανικης νότας
το κλειδι του σολ
ο σπασμένος φάλτσος μετρονόμος μου
ο πρώτος χορος
ο τελευταίος στίχος...
το ενυδρείον όπως του συστήθηκα
νοσταλγω την αίσθηση
την συναίσθηση
όσα δεν πρόλαβα
κι εκείνα που στριμώχτηκαν να βγουν
κι ανόητα έφραξαν την πόρτα
θα μου λείψει τ'όνειρο
κείνο που με τραβούσε απ το χέρι
ή απ το μανίκι
κι επέστρεφα
εδω
κι εκει
κι όπου έπρεπε
έπρεπε...
θα μου λείψει η αιτία
δεν θα μου λείψουν όσα έδωσα
ό,τι απέδωσα
ακόμη κι έτσι
κοιτώντας πίσω
δεν μετανοιώνω
μια και δεν δόθηκαν από χρέος
ούτε κι από ματαιοδοξία
ή από υπολογισμο
αναρωτιέμαι καμμια φορα
αν ήταν όσα μπορεσα
σίγουρα ήταν όσα πρόλαβα
κι ανάβω κι άλλο τσιγάρο
κι ελαφροπατάω στις παλιες μου διαδρομες
και ταξιδεύω σε δρόμους
που με γνωρίζουνε
που ξέρουν τα βήματά μου
τον ήχο που κάνουν τα συγκεκριμένα παπούτσια
το ρυθμο της αναπνοης
τη σκια στο πεζοδρόμιο
και την αντανάκλαση στις βιτρίνες
παραχαϊδεύω τις γωνιές
και το φθαρμένο ξύλο των μπαρ
κι ακούω άλλες μουσικες απ αυτες που παίζονται
κι άλλες που με πάνε σε μέρη που θέλω ν'αποφύγω
θα μου λείψει το άκουσμα του γέλιου
εκείνου του μυστηριακου
του άδολου
του μέσα απ τη ψυχη
δικο μου;
αντήχηση;
ποιος νοιάζεται...;
άλλοτε νοσταλγω
κι άλλα όχι
νοσταλγω, μεγάλη λέξη
μακρόσυρτη σαν ριζίτικος ρυθμος
νόστος
ταξίδι...
αυτο δεν είναι απολογισμός
ούτε και επικήδειος
αυτος ο "τύμβος"
δεν μυρίζει θάνατο
ούτε αποσύνθεση
μονάχα ζωη σηματοδοτει
και μοσχοβολάει θάλασσα
κι αγάπη
όση κι η θάλασσα
κι έτσι θα παραμείνει...
καλα ταξίδια!
.-
νοσταλγω την ελπίδα μου
πιο πολυ είναι το "στοίχημα"
που μου λείπει
περισσότερο
νοσταλγω τ'όνειρο
πιο πολυ κι απ τις στιγμες
όχι γιατι τόσο ήταν, έτσι κι αλλιως,
μα γι αυτο που ήταν
νοσταλγω την υπόσχεση
όχι κείνη,
ή όποια άλλη δόθηκε,
εκείνη την ανείπωτη
εκείνη που δεν μεγάλωσε τόσο
που να μάθει να περπατάει μονάχη της
κι έτσι δεν κατάφερε να με προλάβει
πιο πολυ νοσταλγω την ελπίδα
ακόμη και την αμφιβολία
πώς μπορει να μου φτάνει ένα;
την ασυμβίβαστη μάχη μέσα μου
τη νίκη της αβεβαιότητας
εφήμερη
κι έπειτα την αέναη πάλη
με τα σημάδια
με τις Κασσάνδρες
έλεγα
-θ'αλλάξει ο καιρος
μα ξεροκέφαλα κινούσα ίσια στο μάτι
καμμια φορα απλα στεκόμουν ακίνητος
έλεγα πως φτάνει
πως αρκει η απονενοημένη παλληκαρια
γιατι περνάει από πάνω μου
κι από μέσα μου
το κύμα
κι ο αέρας
έλεγα πως αρκούσε να είμαι εκει
όταν το ξέσπασμα κοπάσει
γιατι πιο πολυ θα μου έλειπε η ελπίδα
θα μπορούσα
να καβαλήσω το κύμα
να σηκώσω πανι με τον αέρα πρύμα
μα κι όσες τό'κανα
μ'έφερε πίσω ένα τραγούδι
ή ένα κλάμμα
ή το πού'χα περίτεχνα ξεχάσει να λύσω το σχοινι
και πάλι εκει
μ'ένα πείσμα αρχέγονο
ακατανόητο
ατελέσφορο
γατζωμένος στο "στοίχημα"
αποφασισμένος να το κερδίσω με το δικο μου τρόπο
χωρις να κλέψω
χωρις κρυμμένα χαρτια...
θα μου λείψει τ'όνειρο
μα όλο αυτο το πάλεμα
μ'έκανε ώρες ώρες
να χάνω απ τα μάτια την πορεία
όχι
αυτο δεν θα μου λείψει...
τ'όνειρο, ναι
ύπνος
σε δωμάτιο επαρχιακου ξενοδοχείου
το δεξι μάγουλο στο μαξιλάρι
τα δάχτυλα τ'αριστερου χεριου μικρη γροθια
κάτω απ το σαγόνι
το δεξί χέρι ριγμένο έξω απ τα σκεπάσματα
ανάσα ρυθμικη
αδιόρατη μουσικη
μυρωδια παρουσίας
κι απουσίας
τ'όνειρο
περισπούδαστη ελλεγεία αμετροέπειας
κατρακυλάνε λέξεις ακατάληπτες
απ το μυαλο μου
χορεύουνε λίγο στον ουρανίσκο
ταξιδεύουνε μαζι με τον καπνο του τσιγάρου
σχήματα
ορνιθοσκαλίσματα
στο περιθώριο των χαρτιων
θα μου λείψει η μουσικη
η αναζήτηση της ιδανικης νότας
το κλειδι του σολ
ο σπασμένος φάλτσος μετρονόμος μου
ο πρώτος χορος
ο τελευταίος στίχος...
το ενυδρείον όπως του συστήθηκα
νοσταλγω την αίσθηση
την συναίσθηση
όσα δεν πρόλαβα
κι εκείνα που στριμώχτηκαν να βγουν
κι ανόητα έφραξαν την πόρτα
θα μου λείψει τ'όνειρο
κείνο που με τραβούσε απ το χέρι
ή απ το μανίκι
κι επέστρεφα
εδω
κι εκει
κι όπου έπρεπε
έπρεπε...
θα μου λείψει η αιτία
δεν θα μου λείψουν όσα έδωσα
ό,τι απέδωσα
ακόμη κι έτσι
κοιτώντας πίσω
δεν μετανοιώνω
μια και δεν δόθηκαν από χρέος
ούτε κι από ματαιοδοξία
ή από υπολογισμο
αναρωτιέμαι καμμια φορα
αν ήταν όσα μπορεσα
σίγουρα ήταν όσα πρόλαβα
κι ανάβω κι άλλο τσιγάρο
κι ελαφροπατάω στις παλιες μου διαδρομες
και ταξιδεύω σε δρόμους
που με γνωρίζουνε
που ξέρουν τα βήματά μου
τον ήχο που κάνουν τα συγκεκριμένα παπούτσια
το ρυθμο της αναπνοης
τη σκια στο πεζοδρόμιο
και την αντανάκλαση στις βιτρίνες
παραχαϊδεύω τις γωνιές
και το φθαρμένο ξύλο των μπαρ
κι ακούω άλλες μουσικες απ αυτες που παίζονται
κι άλλες που με πάνε σε μέρη που θέλω ν'αποφύγω
θα μου λείψει το άκουσμα του γέλιου
εκείνου του μυστηριακου
του άδολου
του μέσα απ τη ψυχη
δικο μου;
αντήχηση;
ποιος νοιάζεται...;
άλλοτε νοσταλγω
κι άλλα όχι
νοσταλγω, μεγάλη λέξη
μακρόσυρτη σαν ριζίτικος ρυθμος
νόστος
ταξίδι...
αυτο δεν είναι απολογισμός
ούτε και επικήδειος
αυτος ο "τύμβος"
δεν μυρίζει θάνατο
ούτε αποσύνθεση
μονάχα ζωη σηματοδοτει
και μοσχοβολάει θάλασσα
κι αγάπη
όση κι η θάλασσα
κι έτσι θα παραμείνει...
καλα ταξίδια!
.-
Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011
επιμύθιον
καλημέρα
η προηγούμενη ανάρτηση του Ενυδρείου θα είναι και η τελευταία
στην αρχη, ήθελα να ανεβάσω κείμενα και στίχους που είχα γράψει και έλπιζα να μην να τους ανεβάσω ποτε
έπειτα σκάρωσα κάτι άλλα φαντασμαγορικα
γεμάτα πάθος και διάφορα άλλα πιασάρικα συστατικα...
ούτε κι αυτα
δεν έχουν πια ούτε καλλιτεχνικη αξία
κάπως έτσι κλείνει ένας κύκλος
ένας κύκλος που άνοιξε απλα και έτσι του πρέπει να ολοκληρωθει
ή μάλλον, να κλείσει...
δεν επιζητω και δεν αποζητω τίποτε
και όχι, δεν θα το κατεβάσω όπως λογάριαζα να κάνω μια στιγμη
θα μείνει εδω
να θυμίζει τι πρέπει να ξεχάσω και τι έχω να θυμάμαι
ούτε εγκαταλείπω τη blogόσφαιρα
δεν μπορω να χάσω όλους εσας που τόσο τ αγαπήσατε
και τόσο μου δώσατε (χωρις να το καταλαβαίνετε οι πιο πολλοι) ενέργεια να συνεχίζω
θα παραμείνω δίπλα
στο μουσικο δελφίνι
να τα λέμε πιο χαλαρα
με μουσικη και κανένα τραγούδι άντε και να γράφουμε και καμμια φιλοσοφία
το Ενυδρείον δεν έχει πια λόγο ύπαρξης
ραντεβου λοιπον δίπλα
με τα φιλια μου
και την αγάπη μου
σας ευχαριστω όλους (ακόμη και τους ανώνυμους....)
:)
η προηγούμενη ανάρτηση του Ενυδρείου θα είναι και η τελευταία
στην αρχη, ήθελα να ανεβάσω κείμενα και στίχους που είχα γράψει και έλπιζα να μην να τους ανεβάσω ποτε
έπειτα σκάρωσα κάτι άλλα φαντασμαγορικα
γεμάτα πάθος και διάφορα άλλα πιασάρικα συστατικα...
ούτε κι αυτα
δεν έχουν πια ούτε καλλιτεχνικη αξία
κάπως έτσι κλείνει ένας κύκλος
ένας κύκλος που άνοιξε απλα και έτσι του πρέπει να ολοκληρωθει
ή μάλλον, να κλείσει...
δεν επιζητω και δεν αποζητω τίποτε
και όχι, δεν θα το κατεβάσω όπως λογάριαζα να κάνω μια στιγμη
θα μείνει εδω
να θυμίζει τι πρέπει να ξεχάσω και τι έχω να θυμάμαι
ούτε εγκαταλείπω τη blogόσφαιρα
δεν μπορω να χάσω όλους εσας που τόσο τ αγαπήσατε
και τόσο μου δώσατε (χωρις να το καταλαβαίνετε οι πιο πολλοι) ενέργεια να συνεχίζω
θα παραμείνω δίπλα
στο μουσικο δελφίνι
να τα λέμε πιο χαλαρα
με μουσικη και κανένα τραγούδι άντε και να γράφουμε και καμμια φιλοσοφία
το Ενυδρείον δεν έχει πια λόγο ύπαρξης
ραντεβου λοιπον δίπλα
με τα φιλια μου
και την αγάπη μου
σας ευχαριστω όλους (ακόμη και τους ανώνυμους....)
:)
Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011
περίεργο...
εγω μωρο μου είμαι περίεργη ιστορία
όταν σαλπάρω κυνηγάω τον καιρο
και τη καρδια μου την πετάω στα θηρία
στ'αυτια μου παίζει ο αέρας συναυλία
και με ορέγεται το άπληστο νερο
εγω καρδια μου είμαι μυστήριο βαπόρι
αντι λιμάνι κυνηγάω τρικυμία
και με μισούνε στα παζάρια οι εμπόροι
φοράω της θύελλας σκισμένο αποφόρι
κι έχω στης θάλασσας το μπλε αδυναμία
γι αυτο μη νοιάζεσαι, συνέχισε να τρέχεις
πάρε απ το κόκκαλο μεδούλι κι αναστήσου
κι αν θα σε ψάξουν, θα τους πω ότι σε κλέψαν
ή ότι έφυγες γιατι δεν σε πιστέψαν
φτιάξε μια σκάλα από φιλια
κι αναρριχήσου...
εγω ψυχή μου είμαι αγύριστο κεφάλι
βάζω πορεία για το μάτι του κυκλώνα
μένω ακλόνητος εκει που φεύγουν άλλοι
πίνω της μοίρας το κρασι απ'το μπουκάλι
κι έχω ένα στίγμα απ του ονείρου τη βελόνα
εγω τραγούδι μου είμαι πέτρα που κυλάει
είμαι ασήκικος σκοπός σε μια κηδεία
ένα δαδι που για φωτια παρακαλάει
μια πρέζα ήλιος που σου ξέφυγε και πάει
μια αυτοσχέδια κατάφωτη σχεδία
γι αυτο μη νοιάζεσαι, συνέχισε να τρέχεις
θα βάλω πλάτη στον καιρο, απογειώσου
κι αν με ρωτήσουν, θα τους πω μια ιστορία
για πειρατες και για μυστήρια τοπία
πάρε ό,τι θέλεις φυλαχτο,
κι ολοκληρώσου...
ναι το ξέρω...
είμαι μυστήριο βαγόνι
που λέει κι η Ανώνυμη
.
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011
την άγγιξα
ναι, εγω είμαι ρε συ,
εγω, που αντίκρυσα τη θάλασσα
να ρίχνεται
απ τις κόχες των ματιων σου
άσκεπη
κουβαλώντας πρώτη ύλη το χρώμα
να κατρακυλάει στα μάγουλά σου
να ρουμπινομπλεδίζει
ν'αφρίζει ταξιδεύοντας
στο λαιμο σου
να χειμαρροσκορπιέται
στο στήθος σου
να σουλατσάρει στον αφαλο σου
να συλλογίζεται
κατα που να κινήσει
να κυλάει ράθυμα
ανάμεσα στα πόδια σου
μικρή λίμνη μ αλμυρο νερο
κι ένα χρυσόψαρο
ν'αλλάζει υφη
κι έτσι υφάλμυρη
να δροσολογάει τα γόνατά σου
και να στερεύει από αιτίες
στους αστραγάλους σου
όχι, δεν αναδύθηκες εσυ
Εκείνη
από μέσα σου αναβλύζει
τι λες; όχι, δεν ζω σε όνειρο
θυμάμαι καλα
όπως εκει, πίσω απ τ'αυτί σου
που ακόμη αντιπαλεύουνε τ'αρώματα
της πευκοθάλασσας,
απ' τις μικρες τις φύτρες των μαλλιών σου,
και του κεδρόξυλου,
απ το νοτισμένο σου δέρμα,
κι ότι κι αν κάνεις
πάντα θα τ'αγαπάει τα μαλλια σου ο αέρας
έτσι που τα λευτερώνεις,
όταν σηκώνεσαι να χορέψεις,
δεν υπαρχει χέρι
κι ούτε δάχτυλα
που να μην θέλουν
χρυσο λάφυρο
μια μπούκλα
απ τη βάση του σβέρκου σου να ξεριζώσουν
ναι, τα θυμάμαι καλα τα πεδία των μαχων
τις νυχτοβαφτισμένες πηγες
τους καρπους απ’τα γιορτινα περιβόλια
και τις γαλαζοποταμίσιες φλέβες
στις κλειδώσεις
το σπάσιμο της μέσης στο χορο
τ'αγουροξύπνημα του γέλιου σου
στ'άγαρμπα αστεία μου...
τ'αγάπησα το κορμι σου, όσο και σένα
ολάκερο κι αυτο, όπως και σένα
μα περισσότερο απ'όλα
αγάπησα αυτα που θά'θελες να ξεχάσεις
εκείνα
τα παιδιάστικα
τα ανεξέλεγκτα
τα υπερβολικα
μαύρα άλογα τσίρκου
σε μια αγέλη με αστραφτερους μονόκερους
είναι που αυτά,
μαζι με τ'άλλα της ψυχης,
είναι το έρμα στα ύφαλα
τα ζύγια στο χαρταετο
το κοντάρι του σχοινοβάτη
αυτα που κρατουν την πορεία
που ισορροπουν
που σε προστατεύουν, άθελά τους,
κομμάτια ενος κορμιου που λάτρεψα
σπίθες κι ασπίδες
κι αχολογήματα
πρώτη θέση στο τραινάκι του τρόμου
στις κατηφόρες και τις κορφες ενος κορμιου
πληγες που δεν κατάφερες να κλείσεις
πρώτη θέση στο τραινάκι του τρόμου
στις κατηφόρες και τις κορφες ενος κορμιου
πληγες που δεν κατάφερες να κλείσεις
κι άλλες,
που γιατρεύτηκαν μ'ένα μικρο τυχαίο χάδι
γρατζουνιες
σημάδια στο λαιμο
σφιγμένοι τένοντες
δέρμα από σεντέφι...
ναι, είδες ρε συ;
τα θυμάμαι όλα
κι άλλα, που δεν θα γράψω
όχι που δεν μπορω,
μα να,
με κάθε τι που γράφω
χορεύει το χορο της Σαλώμης η ψυχη μου
κι έτσι όπως κάθιδρη
και γυμνη
στέκει απέναντι στο σώμα που λάτρεψε
φαίνεται τόσο ανήμπορη
που μοιάζει, πως μ'ένα και μόνο φύσημα
μπορει να διαλυθει σ'εκατομμύρια κόκκους
πολύχρωμης σκόνης...
όλα καλα...
μονάχα ένα πρόσεξε ομορφια μου,
ποτε μην λογαριάσεις
την αγάπη, γι' αδυναμία...
μονάχα ένα πρόσεξε ομορφια μου,
ποτε μην λογαριάσεις
την αγάπη, γι' αδυναμία...
και μ'αυτο εκπλήρωσα μια υπόσχεσή μου...
.Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011
την είδα
όσο κι αν με φυσούσε ο αέρας ίσια στα μάτια,
την είδα την ομορφια σου
την είδα να ξεχειλίζει από μέσα σου
ανεπιτήδευτη και γεννετησιουργος
εντυπωσιακη σαν πυροτέχνημα σε σκοτεινη έναστρη νύχτα
την είδα πριν καν τη δεις εσυ
πριν κοιταχτεις στον καθρέφτη,
όχι πως έτσι φαίνεται,
πριν αρχίσεις να την ζωγραφίζεις με μπογιες και χρώματα
την έχω δει την ομορφια σου
έτσι όπως είναι
πριν τα βαθια μπλε, τα χρυσα, τα γαλάζια και τα μαύρα
έτσι όπως την γέννησε η ίδια η φύση
έτσι όπως της αξίζει
έτσι όπως ακόμη και ως τώρα που σου γράφω λίγο την έχεις δει
κι ούτε κανεις τολμάει να σου την δείξει
την έχω δει αυτη την ομορφια που γεννιέται
και ξαναγεννιέται
όταν ποιεις
την έχω δει αποτέλεσμα κόπου
έμπνευσης
έρωτα
πόνου
αλήθειας
αυθόρμητη και ανθοκρατούσα
μια ομορφια όχι σαν εκείνη που σου χαρίστηκε
(λες κι έγινε για να τους ξεγελάσει όλους)
αλλα μια νότα μυστικη
που την ακους
μα που δεν έχεις μάθει ακόμη να την τραγουδας όπως της πρέπει
κι έτσι που ήρθε καταιγιστικη κατα πάνω μου
με δίκασε, εν αγνοία σου
με καταδίκασε, εν πλήρει συνειδήσει
να την φυλάω
-ένοχος!
ναι, την έχω δει να περπατάει μέσα μου
δίπλα μου
την έχω νιώσει να με αφοπλίζει
να με κατακλύζει
θα την έβλεπα ακόμη κι αν ήμουν τυφλος
θα την άκουγα ως και κουφος
θα την γευόμουν ακόμη και με ραμμένο το στόμα
θα την ακουμπούσα ακόμη και μέσα από τον τοίχο ενος κελιου
θα την μύριζα ακόμη και στο κενο...
ναι, την έχω δει αυτη την ομορφια
κι όσο κι αν πασχίζεις φορες φορες να την τσαλακώσεις
όσο κι αν την ξεχνας χωρις τροφη
εκείνη επιμένει
σαν πεισματάρικο ορφανο κορίτσι
όπως εκείνα των δρόμων
που λατρεύεις ν'αγαπας
την έχω δει κι εκει
στην αγάπη σου για τους αδύναμους
στο θυμο σου και στο ξέσπασμά σου
στο κλάμα σου
στο φιλι σου
στο γέλιο σου
στην αδιόρατη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια σου
που προσπαθεις περίτεχνα να αποφύγεις
στο δάγκωμα των χειλιων σου
στο χάδι του χεριου σου...
κι είναι λαμπερη
κι αφροστολισμένη
και θαλασσινη
δεν είναι μονάχα που την αγάπησα, όσο και σένα,
κι ούτε πως τη χρειάζομαι για μένα
μονάχα, όταν αναδύεται
σε στιγμες απρόσμενες
με αναπάντεχες μεταμορφώσεις
πίσω από τους καθρέφτες
και μέσα από φθόγγους και μυρωδιες
υγρη
σαν όνειρο
ντροπαλη
σαν αμαρτία παιδιου
ανάστατη
σαν θάλασσα
φουριόζα
σαν μαϊστρος
μελωδικη
σαν adagio
κι αποφασιστικη
σαν ιαχη
τότε
τότε παίρνει η παντιέρα
οστα και σάρκα
το ταξίδι υπόσταση
τότε γίνομαι ξανα πολεμιστης
θαλασσόσκυλο καπετάνιος
τότε έχω στίγμα και πορεία
και μη γελιέσαι
που με βλέπεις άοπλο
και φοβισμένο
κι εκστατικο
τα μάτια μου είναι πάντα καθαρα
το πάτημά μου σίγουρο
τα δάχτυλά μου ακουμπησμένα στη σκανδάλη
και στο στήθος μου μέσα
στο ένα και μοναδικο μου όπλο
θά'σαι εσυ πάντα η σφαίρα...
ξεκινημένο καιρο
τέλειωσε χθες το ξημέρωμα
.
την είδα την ομορφια σου
την είδα να ξεχειλίζει από μέσα σου
ανεπιτήδευτη και γεννετησιουργος
εντυπωσιακη σαν πυροτέχνημα σε σκοτεινη έναστρη νύχτα
την είδα πριν καν τη δεις εσυ
πριν κοιταχτεις στον καθρέφτη,
όχι πως έτσι φαίνεται,
πριν αρχίσεις να την ζωγραφίζεις με μπογιες και χρώματα
την έχω δει την ομορφια σου
έτσι όπως είναι
πριν τα βαθια μπλε, τα χρυσα, τα γαλάζια και τα μαύρα
έτσι όπως την γέννησε η ίδια η φύση
έτσι όπως της αξίζει
έτσι όπως ακόμη και ως τώρα που σου γράφω λίγο την έχεις δει
κι ούτε κανεις τολμάει να σου την δείξει
την έχω δει αυτη την ομορφια που γεννιέται
και ξαναγεννιέται
όταν ποιεις
την έχω δει αποτέλεσμα κόπου
έμπνευσης
έρωτα
πόνου
αλήθειας
αυθόρμητη και ανθοκρατούσα
μια ομορφια όχι σαν εκείνη που σου χαρίστηκε
(λες κι έγινε για να τους ξεγελάσει όλους)
αλλα μια νότα μυστικη
που την ακους
μα που δεν έχεις μάθει ακόμη να την τραγουδας όπως της πρέπει
κι έτσι που ήρθε καταιγιστικη κατα πάνω μου
με δίκασε, εν αγνοία σου
με καταδίκασε, εν πλήρει συνειδήσει
να την φυλάω
-ένοχος!
ναι, την έχω δει να περπατάει μέσα μου
δίπλα μου
την έχω νιώσει να με αφοπλίζει
να με κατακλύζει
θα την έβλεπα ακόμη κι αν ήμουν τυφλος
θα την άκουγα ως και κουφος
θα την γευόμουν ακόμη και με ραμμένο το στόμα
θα την ακουμπούσα ακόμη και μέσα από τον τοίχο ενος κελιου
θα την μύριζα ακόμη και στο κενο...
ναι, την έχω δει αυτη την ομορφια
κι όσο κι αν πασχίζεις φορες φορες να την τσαλακώσεις
όσο κι αν την ξεχνας χωρις τροφη
εκείνη επιμένει
σαν πεισματάρικο ορφανο κορίτσι
όπως εκείνα των δρόμων
που λατρεύεις ν'αγαπας
την έχω δει κι εκει
στην αγάπη σου για τους αδύναμους
στο θυμο σου και στο ξέσπασμά σου
στο κλάμα σου
στο φιλι σου
στο γέλιο σου
στην αδιόρατη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια σου
που προσπαθεις περίτεχνα να αποφύγεις
στο δάγκωμα των χειλιων σου
στο χάδι του χεριου σου...
κι είναι λαμπερη
κι αφροστολισμένη
και θαλασσινη
δεν είναι μονάχα που την αγάπησα, όσο και σένα,
κι ούτε πως τη χρειάζομαι για μένα
μονάχα, όταν αναδύεται
σε στιγμες απρόσμενες
με αναπάντεχες μεταμορφώσεις
πίσω από τους καθρέφτες
και μέσα από φθόγγους και μυρωδιες
υγρη
σαν όνειρο
ντροπαλη
σαν αμαρτία παιδιου
ανάστατη
σαν θάλασσα
φουριόζα
σαν μαϊστρος
μελωδικη
σαν adagio
κι αποφασιστικη
σαν ιαχη
τότε
τότε παίρνει η παντιέρα
οστα και σάρκα
το ταξίδι υπόσταση
τότε γίνομαι ξανα πολεμιστης
θαλασσόσκυλο καπετάνιος
τότε έχω στίγμα και πορεία
και μη γελιέσαι
που με βλέπεις άοπλο
και φοβισμένο
κι εκστατικο
τα μάτια μου είναι πάντα καθαρα
το πάτημά μου σίγουρο
τα δάχτυλά μου ακουμπησμένα στη σκανδάλη
και στο στήθος μου μέσα
στο ένα και μοναδικο μου όπλο
θά'σαι εσυ πάντα η σφαίρα...
μα μη μου την κρύβεις....
ξεκινημένο καιρο
τέλειωσε χθες το ξημέρωμα
.
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
λόγια
λόγια,
που ειπώθηκαν στη φασαρία
ψάχνουν ακόμη τα αυτια,
που για κείνα προορίζονταν
στα άλλα μοιάζουν ασυναρτησίες
κουβέντες,
που ξεπόρτησαν από έμπνευση
είτε από ανάγκη
στον κρότο της μέρας
ξέμπαρκες
που αυτομόλησαν επιδεικτικα
κι έφτασαν να κονταροχτυπιούνται με το δήθεν
με το εφήμερο
με τις ενοχλητικες μύγες
με τα περιθωριακα τσιτάτα
με τη μεγαλοστομία
με τα γλυκερα κοπλιμέντα του καζαμία
με τα φτηνα δολώματα
με το ψέμα
και κάπου εκει, έρμαιες,
τις μάζεψαν ευαίσθητα ακουστικα νεύρα
και κει που δεν το περίμεναν
από ορφανες
βρήκαν ανάδοχα πνεύματα να τις μεγαλώσουν
ακούει η καρδια;
ακούει, λες...
κομμάτια ασύνδετα στο ίδιο σκεύος
καρδια, μυαλο, ψυχη, κορμι...
δεμένα με σπάγγους εύθραυστους
μια ξεμακραίνουν
και μια συμπτύσσονται
σαν στρατιώτες εκτελεστικου αποσπάσματος
σε σμιχτη παράταξη
έτοιμα ν'αντιμετωπίσουν εχθρους
αλληλουχίες γραμμάτων
ήχων
φαντασμάτων
σχεδίων με σινικη μελάνη
στο λευκο του κενου
κίνησε κι αυτος
στον πόλεμο να πάει
χωρις όπλα
μονάχα με μολύβι και χαρτι
στο σάκκο
με φωνη φάλτσα
όχι από αδυναμία
μα από συνήθεια κι από ανάγκη
δεν ψάχνει τις μάχες
εκείνες έρχονται να τον ανταμώσουνε
στόχος
όπου και να προσπαθήσει να κρυφτει
τα λόγια θα τον ανακαλύψουν
κείνα που ξέφυγαν
ψάχνουν να ενωθουν με τ'άλλα
τα κλειδοκρατημένα
εκείνα που εγκυμονουν υποσχέσεις
για ταξίδια
για φιλια
για θάλασσες
για μουσικη
για χορο
για έρωτα
αυτα, που δεν γραφτουν ποτε
που δεν θα ειπωθουν καν
γιατι δεν χρειάζεται
δεν πρέπει να χρειάζεται
κι όσο πασχίζουν να σπάσουν τα δεσμα
και ν'απλωθούνε σαν άρωμα πευκοθάλασσας
τρίζουν οι μεντεσσέδες της κάμαρας
να σπάσουνε απ το βάρος
γίνονται μια βουητο
από χιλιάδες μέλισσες
και μια σιωπη
από όνειρο πελεκημένη
μια σιωπη γεμάτη φασαρία
ασπίδα
γίνεται να κρυφτεις πίσω απ'τη φασαρία;
γίνεται..., λες
και δεν μιλάς
κι όχι που δεν έχεις τι να πεις
αλλα οι κουβέντες
έχουν το βάρος κείνου που τις ακούει
εκτός από κείνες τις αμπαρωμένες
εκείνες,
που καταδικασμένες στη μοναξια τους
περιμένουν υπομονετικα
τη γνώση εκείνη
που θα τις λευτερώσει
που θα τις αξιώσει να μην είναι αναγκαίες
να μην αποζητουν πια δικαίωση
να μην χτυπουν τα κορμια τους στην πόρτα
να μην αλαλλάζουν τις νύχτες
να γίνουν μουσικη...
μόνο μουσικη...
τίποτε άλλο.
που ειπώθηκαν στη φασαρία
ψάχνουν ακόμη τα αυτια,
που για κείνα προορίζονταν
στα άλλα μοιάζουν ασυναρτησίες
κουβέντες,
που ξεπόρτησαν από έμπνευση
είτε από ανάγκη
στον κρότο της μέρας
ξέμπαρκες
που αυτομόλησαν επιδεικτικα
κι έφτασαν να κονταροχτυπιούνται με το δήθεν
με το εφήμερο
με τις ενοχλητικες μύγες
με τα περιθωριακα τσιτάτα
με τη μεγαλοστομία
με τα γλυκερα κοπλιμέντα του καζαμία
με τα φτηνα δολώματα
με το ψέμα
και κάπου εκει, έρμαιες,
τις μάζεψαν ευαίσθητα ακουστικα νεύρα
και κει που δεν το περίμεναν
από ορφανες
βρήκαν ανάδοχα πνεύματα να τις μεγαλώσουν
ακούει η καρδια;
ακούει, λες...
κομμάτια ασύνδετα στο ίδιο σκεύος
καρδια, μυαλο, ψυχη, κορμι...
δεμένα με σπάγγους εύθραυστους
μια ξεμακραίνουν
και μια συμπτύσσονται
σαν στρατιώτες εκτελεστικου αποσπάσματος
σε σμιχτη παράταξη
έτοιμα ν'αντιμετωπίσουν εχθρους
αλληλουχίες γραμμάτων
ήχων
φαντασμάτων
σχεδίων με σινικη μελάνη
στο λευκο του κενου
κίνησε κι αυτος
στον πόλεμο να πάει
χωρις όπλα
μονάχα με μολύβι και χαρτι
στο σάκκο
με φωνη φάλτσα
όχι από αδυναμία
μα από συνήθεια κι από ανάγκη
δεν ψάχνει τις μάχες
εκείνες έρχονται να τον ανταμώσουνε
στόχος
όπου και να προσπαθήσει να κρυφτει
τα λόγια θα τον ανακαλύψουν
κείνα που ξέφυγαν
ψάχνουν να ενωθουν με τ'άλλα
τα κλειδοκρατημένα
εκείνα που εγκυμονουν υποσχέσεις
για ταξίδια
για φιλια
για θάλασσες
για μουσικη
για χορο
για έρωτα
αυτα, που δεν γραφτουν ποτε
που δεν θα ειπωθουν καν
γιατι δεν χρειάζεται
δεν πρέπει να χρειάζεται
κι όσο πασχίζουν να σπάσουν τα δεσμα
και ν'απλωθούνε σαν άρωμα πευκοθάλασσας
τρίζουν οι μεντεσσέδες της κάμαρας
να σπάσουνε απ το βάρος
γίνονται μια βουητο
από χιλιάδες μέλισσες
και μια σιωπη
από όνειρο πελεκημένη
μια σιωπη γεμάτη φασαρία
ασπίδα
γίνεται να κρυφτεις πίσω απ'τη φασαρία;
γίνεται..., λες
και δεν μιλάς
κι όχι που δεν έχεις τι να πεις
αλλα οι κουβέντες
έχουν το βάρος κείνου που τις ακούει
εκτός από κείνες τις αμπαρωμένες
εκείνες,
που καταδικασμένες στη μοναξια τους
περιμένουν υπομονετικα
τη γνώση εκείνη
που θα τις λευτερώσει
που θα τις αξιώσει να μην είναι αναγκαίες
να μην αποζητουν πια δικαίωση
να μην χτυπουν τα κορμια τους στην πόρτα
να μην αλαλλάζουν τις νύχτες
να γίνουν μουσικη...
μόνο μουσικη...
τίποτε άλλο.
φάλτσος...
.
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011
παρων
τη μισω την Απουσία...
είμαι ορκισμένος εχθρος της
λέει ότι θέλουμε ν'ακούσουμε
μας ταξιδεύει όπου ποθούμε
δεν την αγάπησα ποτε την Απουσία
κι ας ήταν στιγμες που με μάγεψε και μένα
κι ας ήταν φορες που με πήρε απ το χέρι
με ταξίδεψε...
όταν τελειώνει όμως το ονειρικο ταξίδι
κι όταν καταλαγιάζει η σκόνη
απ το σούρσιμο των φθαρμένων παπουτσιων
στα σκονισμένα σοκάκια της φαντασίας,
μένεις μονάχος να περιπλανιέσαι...
μόνο η αγάπη για τη θάλασσα
μπορει να σε βγάλει στην ακτη
ή, στην καλύτερη περίπτωση,
ο απόηχος απ το μεθυστικο τραγούδι
ξεχασμένης σειρήνας που σε ψάχνει
με την απόγνωση να χρωματίζει
τις κελλαριστες της νότες
την ζηλεύω την Απουσία...
την προσμονη που προκαλει στα μάτια
τη πρώτη ρουφιξια του τσιγάρου
το κοίταγμα μέσα στο ποτήρι με την τελευταία γουλια
το ανατρίχιασμα το αδιόρατο
τον αναστεναγμο του πόθου
το σφίξιμο στο στομάχι
την έλλειψη
που στάζει σαν λυωμένο κερι
σε τρυφερο υπογάστριο...
μ'αυτη το κενο παίρνει υπόσταση
το τίποτε παίρνει αξία
η μια στιγμη γίνεται αιώνας
θρέφει
και τρέφεται απ τα πολύτιμα
αφήνει κομμάτια
προσπάθεια αναπαραγωγης
ματαιότητα
την σιχαίνομαι την Απουσία...
τα σημάδια της
τις λακούβες στους δρόμους
που προσπαθεις να περπατήσεις αξημέρωτα
τα κλειδωμένα παράθυρα
την πίκρα στο ξύπνημα
τον δισταγμο του λεπτοδείκτη
ν'αφήσει το χρόνο να κυλήσει
τον ύπουλο εξωραϊσμο της φυγης
την αίσθηση του άδικου
την απατηλη υπεροπλία της
την αλαζονία του εναγγαλισμου της
το ψέμα της
το μαυλιστικο της ρεφραίν
τη μετουσίωση των φαντασιώσεων
τις κλεμμένες της δάφνες
τον πόνο στο κρύο της φιλι
την πολεμάω την Απουσία...
γυμνος αλλα πάνοπλος
στέκομαι με τα πόδια στο νερο
ή στη θάλασσα
και την χαστουκίζω
με ξεσκέπαστες τις πληγες
με αλήθεια
με τραγούδι
με χορο
με θυσία
με καθαρο βλέμμα
με ανοιχτη καρδια
με πείσμα παιδιου
με φωτια
με ταξίδι
με παρούσα Αγάπη...
δεν την φοβήθηκα ποτε την Απουσία...
αργα ή γρήγορα
μεταλλάσεται σ'αυτο που πραγματικα είναι
απλά απουσία...
είμαι ορκισμένος εχθρος της
λέει ότι θέλουμε ν'ακούσουμε
μας ταξιδεύει όπου ποθούμε
δεν την αγάπησα ποτε την Απουσία
κι ας ήταν στιγμες που με μάγεψε και μένα
κι ας ήταν φορες που με πήρε απ το χέρι
με ταξίδεψε...
όταν τελειώνει όμως το ονειρικο ταξίδι
κι όταν καταλαγιάζει η σκόνη
απ το σούρσιμο των φθαρμένων παπουτσιων
στα σκονισμένα σοκάκια της φαντασίας,
μένεις μονάχος να περιπλανιέσαι...
μόνο η αγάπη για τη θάλασσα
μπορει να σε βγάλει στην ακτη
ή, στην καλύτερη περίπτωση,
ο απόηχος απ το μεθυστικο τραγούδι
ξεχασμένης σειρήνας που σε ψάχνει
με την απόγνωση να χρωματίζει
τις κελλαριστες της νότες
την ζηλεύω την Απουσία...
την προσμονη που προκαλει στα μάτια
τη πρώτη ρουφιξια του τσιγάρου
το κοίταγμα μέσα στο ποτήρι με την τελευταία γουλια
το ανατρίχιασμα το αδιόρατο
τον αναστεναγμο του πόθου
το σφίξιμο στο στομάχι
την έλλειψη
που στάζει σαν λυωμένο κερι
σε τρυφερο υπογάστριο...
μ'αυτη το κενο παίρνει υπόσταση
το τίποτε παίρνει αξία
η μια στιγμη γίνεται αιώνας
θρέφει
και τρέφεται απ τα πολύτιμα
αφήνει κομμάτια
προσπάθεια αναπαραγωγης
ματαιότητα
την σιχαίνομαι την Απουσία...
τα σημάδια της
τις λακούβες στους δρόμους
που προσπαθεις να περπατήσεις αξημέρωτα
τα κλειδωμένα παράθυρα
την πίκρα στο ξύπνημα
τον δισταγμο του λεπτοδείκτη
ν'αφήσει το χρόνο να κυλήσει
τον ύπουλο εξωραϊσμο της φυγης
την αίσθηση του άδικου
την απατηλη υπεροπλία της
την αλαζονία του εναγγαλισμου της
το ψέμα της
το μαυλιστικο της ρεφραίν
τη μετουσίωση των φαντασιώσεων
τις κλεμμένες της δάφνες
τον πόνο στο κρύο της φιλι
την πολεμάω την Απουσία...
γυμνος αλλα πάνοπλος
στέκομαι με τα πόδια στο νερο
ή στη θάλασσα
και την χαστουκίζω
με ξεσκέπαστες τις πληγες
με αλήθεια
με τραγούδι
με χορο
με θυσία
με καθαρο βλέμμα
με ανοιχτη καρδια
με πείσμα παιδιου
με φωτια
με ταξίδι
με παρούσα Αγάπη...
δεν την φοβήθηκα ποτε την Απουσία...
αργα ή γρήγορα
μεταλλάσεται σ'αυτο που πραγματικα είναι
απλά απουσία...
κάπου κρυμμένο ήταν αυτο (μέσα μου)
αφιερωμένο στους συμπολεμιστες...
.
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
τι κάνεις(;)
κλείνεις τα μάτια
ισορροπία ξαφνικη
και οι κολώνες
που τα σύνεφα κρατουν
σκορπουν κομμάτια
και κάπου βρέχει...
κρύβεις μια τρέλλα
επιθυμία του κενου
κι ο σχοινοβάτης
που το χώμα δεν κοιτα
φωνάζει, έλα
κι εδω νυχτώνει...
ξεχνας μια λέξη
ορθογραφία της φωτιας
και η αλήθεια
που φοβάσαι ν' αγαπας
θα σε αντέξει
και πλησιάζεις...
παίζεις μια νότα
φυγης αιτία
κι η ιστορία
σε ξυπνάει μεθυστικα
στα γεγονότα
κι εγω σε ψάχνω...
στέλνεις λουλούδι
συνυφασμένη φυλακη
και το φιλι
παιδί του Αιόλου στο πανι
κάνω τραγούδι
και πλησιάζω...
.
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010
μικρο τραγουδι
μικρη σταγόνα από γιορτη
στο κοίταγμα, στην ταραχη
κι εγω που βγαίνω να πλυθω
σε μια στιγμη να λυτρωθω
φυτεύω αγάπη στις αυλες
γυρνω και βλέπω δυο ευχες
δυο θάλασσες π’ αγγάλιασα
δυο σύνορα που τ’άλλαξα
στ' αυτια μου αντηχουν φωτιες
χρώματα και μυρωδικα
στα μέσα μου ξυπνάνε
πως να κρυφτω απ τις αστραπες
σε ποιο χορο ταξιδευτη
αυτα που λάτρεψα με πάνε
αγκάθι η ανάσα και φιλι
κι εγω τα θέλησα πολυ
τα μυστικα της σιωπης
τ'αδέρφια της νεροποντης
κλέβω ψεγάδια απ'τον καημο
κι ανάβω σπίρτα στον βυθο
του ονείρου μέγα γλέντι
της έμπνευσής μου αψέντι
στα μάτια μου αλυχτουν φωτιες
φουρτούνα και απαντοχη
στα μέσα μου ξυπνάνε
πως να κρυφτω απ τις σαϊτιες
σε ποιο παράξενο σκοπο
αυτα που πόθησα με πάνε
μικρο τραγουδι
στο χρόνο που τελειώνει
αφιέρωμα
γραμμένο πρόχειρα
σ'ένα χαρτι
περιτύλιγμα δώρου...
.
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
χωρις τίτλο...
κι έπιασα
να ξεμπερδεύω τ'ασυνάρτητα κουβάρια
στα σπλάχνα τους τα όστρακα
κρύβουν μαργαριτάρια
κόβει ο σουγιας τα δάχτυλα
και τ'όνειρο στο πείσμα του
τη νύχτα χαρακώνει
σε ποιο παράξενο τραγούδι τριγυρνας
και πού η βαθια ανάσα σου
σκισμένα θέλω και μπορω
με ψέμματα μπαλώνει
κι έγραψα
πέντε κρυμμένα γράμματα στο κύμα
να τα διαβάσει η ξαστερια
απρόσμενο σινιάλο κι άγιο ρήμα
φωτάει στα μάτια μια κραυγη
κι ο ενεστώτας σιωπηλα
τους άλλους χρόνους ακυρώνει
για ποια ανώφελη θυσία ξενυχτω
σε ποιον καθρέφτη εσπερινο
ένα χαμόγελο γυμνο
του έρωτα το "ρω" αποτυπώνει
κι έφυγα
απ'το φευγιο το ίδιο να γλυτώσω
να μη με φτάσει η παγωνια
και το ταξίδι μην προδώσω
μα βγάζει η θάλασσα φωτιες
κι η φλόγα, μπεχλιβάνης
σ'εύφλεκτα όνειρα ξαπλώνει
με ποιο αιθέριο λάδι να λουστεις
τώρα που ο Διόνυσσος γελα
και με ορθάνοιχτη αγγαλια
τον τελευταίο μύθο ξεκλειδώνει
κι έκλεψα
το νικημένο σχήμα της αβύσσου
της Αφροδίτης μια μπουκια
με γεύση Παραδείσου
οσμες και λόγια γρατζουνιες
κι όλα τα σύμβολα
που ξέχασαν τη μέρα που ζυγώνει
πως ν’αναρτήσω το πανί
σε ποιο καράβι του χαμου
η έμπνευσή μου με τα μάτια σου μαλώνει
να ξεμπερδεύω τ'ασυνάρτητα κουβάρια
στα σπλάχνα τους τα όστρακα
κρύβουν μαργαριτάρια
κόβει ο σουγιας τα δάχτυλα
και τ'όνειρο στο πείσμα του
τη νύχτα χαρακώνει
σε ποιο παράξενο τραγούδι τριγυρνας
και πού η βαθια ανάσα σου
σκισμένα θέλω και μπορω
με ψέμματα μπαλώνει
κι έγραψα
πέντε κρυμμένα γράμματα στο κύμα
να τα διαβάσει η ξαστερια
απρόσμενο σινιάλο κι άγιο ρήμα
φωτάει στα μάτια μια κραυγη
κι ο ενεστώτας σιωπηλα
τους άλλους χρόνους ακυρώνει
για ποια ανώφελη θυσία ξενυχτω
σε ποιον καθρέφτη εσπερινο
ένα χαμόγελο γυμνο
του έρωτα το "ρω" αποτυπώνει
κι έφυγα
απ'το φευγιο το ίδιο να γλυτώσω
να μη με φτάσει η παγωνια
και το ταξίδι μην προδώσω
μα βγάζει η θάλασσα φωτιες
κι η φλόγα, μπεχλιβάνης
σ'εύφλεκτα όνειρα ξαπλώνει
με ποιο αιθέριο λάδι να λουστεις
τώρα που ο Διόνυσσος γελα
και με ορθάνοιχτη αγγαλια
τον τελευταίο μύθο ξεκλειδώνει
κι έκλεψα
το νικημένο σχήμα της αβύσσου
της Αφροδίτης μια μπουκια
με γεύση Παραδείσου
οσμες και λόγια γρατζουνιες
κι όλα τα σύμβολα
που ξέχασαν τη μέρα που ζυγώνει
πως ν’αναρτήσω το πανί
σε ποιο καράβι του χαμου
η έμπνευσή μου με τα μάτια σου μαλώνει
μια και πρωτύτερα δημοσιεύτηκε κομμάτι του
είπα να το βάλω κι ολοκληρωμένο...
.
Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010
ημερολόγιο #4
αναρωτιέμαι...
μήπως θα έπρεπε να διαλέξω τη επιδεικτικη σιωπή;
να παρακολουθω διακριτικα
με μια δόση υπεροπτικης αδιαφορίας
και προσμετρημένης απόστασης;
δεν μ αρέσει η σιγη όμως
τ'αναμοχλεμένα ύδατα των υδάτων
μού'διναν πάντα έναυσμα
κι η τρικυμία φιλιά
ο πανικος ευκαιρίες για τραγούδια
κι η τόση γύμνια πίσω απ τις καλοστημένες βιτρίνες
τη γνώση που ποτε μου δεν λάτρεψα
πρέπει να διαλέξω άλλες διαδρομες
οι ακροβασίες στην κόψη του ξυραφιου
απαιτουν να κάνεις την ψυχη σου φτερο
κι ο αέρας δεν συγγχωρει
κι εκεινα τα ταξίδια
στις θαλασσινες σπηλιες με τ'αγάλματα
πρέπει να τα ελλατώσω
έγινε η αλμύρα δεύτερο πετσι
κι ανατριχιάζει το δέρμα
στ'άγαρμπα αγγίγματα
"σταμάτα την κούρσα
το τέλος φαίνεται μακρυνο"
ακόμη τρέχω καλη μου φίλη
δίκιο είχες
το τέλος είναι μακρυνο
κι εκει που λες πως μετα την επόμενη στροφη
θα συναντήσεις την άσπρη κορδέλλα του τερματισμου
βλέπεις την λευκη γραμμη της εκκίνησης
ανακατέβω και σκορπω τα χαρτια μου
παρατηρω τις αλλαγες στον γραφικο μου χαρακτήρα
τον πρωινο ορίζοντα που γλυκοχαιρετάει
τις άτολμες εκκρήξεις ενος νεαρου ηφαιστείου
το τσιγάρο που σιγοκαίει στο γυάλινο τασάκι
το θαλασσι και το γκρίζο που πιάνονται στα χέρια
και παλεύουνε
τις χορευτικες κινήσεις των χεριων
το κρυμμένο χαμόγελο
και την απόγνωση στο έλα και στο φύγε
τώρα ξεσκόνισα τους χάρτες
κι έβγαλα τον παλιο αστρολάβο απ το ξύλινο κουτι του
όχι που έχω έτοιμο ταξίδι
μονάχα τρέφω την ψευδαίσθηση
μήπως κι ονειρευτω απόψε μια διαδρομη
αλλιώτικη απ τις περπατημένες
κι έπιασα
να ξεμπερδεύω τα κουβάρια
στα σπλάχνα τους τα όστρακα
κρύβουν μαργαριτάρια
κόβει ο σουγιας τα δάχτυλα
και τ'όνειρο
τη νύχτα χαρακώνει
σε ποιο παράξενο τραγούδι
τριγυρνας
και πού η ανάσα σου
σκισμένα θέλω και μπορω
με ψέμματα μπαλώνει...
δεν τό'χω ν'αγιάσω
κι όπως άναρχα γράφω
χωρις αρχη και τέλος
ξεφεύγουνε μικρες ψηφίδες
και γίνονται βράχοι
και τους ξανασπάει το κύμμα
σε μικρους κόκκους άμμου
επιχωμάτωση
φτιάχνονται καινούργιοι μώλοι
στο περιθώριο μιας αμφιβολίας
παλίρροια
άμπωτις
νηνεμία... ψευδεπίγραφη...
φουσκώνει ο Αίολος το ανεμούριο
κάνω τα χέρια χωνι στο στόμα
φωνάζω μα δεν βγαίνει ήχος
και γράφω...
εναποθέτω διαδοχικα
τις καταλήξεις προβλεπόμενων ρημάτων
αγαπάω
αγγίζω
χάνω
βρίσκω
έρχεσαι
φεύγεις
είμαι
στέκομαι
φεύγω
ζητω
δίνω
ακους
αν έφτασε ο καιρος της συνείδησης
κι ωρίμασε ο φθόγγος
που θα μπορέσει να λυτρώσει
τις ψυχες μας
θα το πω άλλη μιά
να τ'ακούσεις
όταν θα λούζεις τις ώρες σου με ιδρώτα
σ'αγάπησα
πριν κι απ το ξυπνημένο ερωτικο σώμα της νύχτας
πρωτύτερα κι απ τους στεναγμους των κυμμάτων
πριν κι απ' το έλα ή το φύγε
αφήνοντας το φορτίο στην ακτη
ξεκινάει το σκάφος
με το πανι το καλοκαιρινο
στο μεσαίο το κατάρτι
ανάστροφα αναρτημένο...
.
μήπως θα έπρεπε να διαλέξω τη επιδεικτικη σιωπή;
να παρακολουθω διακριτικα
με μια δόση υπεροπτικης αδιαφορίας
και προσμετρημένης απόστασης;
δεν μ αρέσει η σιγη όμως
τ'αναμοχλεμένα ύδατα των υδάτων
μού'διναν πάντα έναυσμα
κι η τρικυμία φιλιά
ο πανικος ευκαιρίες για τραγούδια
κι η τόση γύμνια πίσω απ τις καλοστημένες βιτρίνες
τη γνώση που ποτε μου δεν λάτρεψα
πρέπει να διαλέξω άλλες διαδρομες
οι ακροβασίες στην κόψη του ξυραφιου
απαιτουν να κάνεις την ψυχη σου φτερο
κι ο αέρας δεν συγγχωρει
κι εκεινα τα ταξίδια
στις θαλασσινες σπηλιες με τ'αγάλματα
πρέπει να τα ελλατώσω
έγινε η αλμύρα δεύτερο πετσι
κι ανατριχιάζει το δέρμα
στ'άγαρμπα αγγίγματα
"σταμάτα την κούρσα
το τέλος φαίνεται μακρυνο"
ακόμη τρέχω καλη μου φίλη
δίκιο είχες
το τέλος είναι μακρυνο
κι εκει που λες πως μετα την επόμενη στροφη
θα συναντήσεις την άσπρη κορδέλλα του τερματισμου
βλέπεις την λευκη γραμμη της εκκίνησης
ανακατέβω και σκορπω τα χαρτια μου
παρατηρω τις αλλαγες στον γραφικο μου χαρακτήρα
τον πρωινο ορίζοντα που γλυκοχαιρετάει
τις άτολμες εκκρήξεις ενος νεαρου ηφαιστείου
το τσιγάρο που σιγοκαίει στο γυάλινο τασάκι
το θαλασσι και το γκρίζο που πιάνονται στα χέρια
και παλεύουνε
τις χορευτικες κινήσεις των χεριων
το κρυμμένο χαμόγελο
και την απόγνωση στο έλα και στο φύγε
τώρα ξεσκόνισα τους χάρτες
κι έβγαλα τον παλιο αστρολάβο απ το ξύλινο κουτι του
όχι που έχω έτοιμο ταξίδι
μονάχα τρέφω την ψευδαίσθηση
μήπως κι ονειρευτω απόψε μια διαδρομη
αλλιώτικη απ τις περπατημένες
κι έπιασα
να ξεμπερδεύω τα κουβάρια
στα σπλάχνα τους τα όστρακα
κρύβουν μαργαριτάρια
κόβει ο σουγιας τα δάχτυλα
και τ'όνειρο
τη νύχτα χαρακώνει
σε ποιο παράξενο τραγούδι
τριγυρνας
και πού η ανάσα σου
σκισμένα θέλω και μπορω
με ψέμματα μπαλώνει...
δεν τό'χω ν'αγιάσω
κι όπως άναρχα γράφω
χωρις αρχη και τέλος
ξεφεύγουνε μικρες ψηφίδες
και γίνονται βράχοι
και τους ξανασπάει το κύμμα
σε μικρους κόκκους άμμου
επιχωμάτωση
φτιάχνονται καινούργιοι μώλοι
στο περιθώριο μιας αμφιβολίας
παλίρροια
άμπωτις
νηνεμία... ψευδεπίγραφη...
φουσκώνει ο Αίολος το ανεμούριο
κάνω τα χέρια χωνι στο στόμα
φωνάζω μα δεν βγαίνει ήχος
και γράφω...
εναποθέτω διαδοχικα
τις καταλήξεις προβλεπόμενων ρημάτων
αγαπάω
αγγίζω
χάνω
βρίσκω
έρχεσαι
φεύγεις
είμαι
στέκομαι
φεύγω
ζητω
δίνω
ακους
αν έφτασε ο καιρος της συνείδησης
κι ωρίμασε ο φθόγγος
που θα μπορέσει να λυτρώσει
τις ψυχες μας
θα το πω άλλη μιά
να τ'ακούσεις
όταν θα λούζεις τις ώρες σου με ιδρώτα
σ'αγάπησα
πριν κι απ το ξυπνημένο ερωτικο σώμα της νύχτας
πρωτύτερα κι απ τους στεναγμους των κυμμάτων
πριν κι απ' το έλα ή το φύγε
αφήνοντας το φορτίο στην ακτη
ξεκινάει το σκάφος
με το πανι το καλοκαιρινο
στο μεσαίο το κατάρτι
ανάστροφα αναρτημένο...
κι ακόμα
δεν σωπαίνω Ψαραντώνη...
.
Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010
δώρο
ποια φυλακη το άνισο μυαλο μου κυνηγά;
στο δρόμο, πέρα στις σπηλιες, μάγισσες κοροϊδεύουν
δένω ένα κόμπο στο φτερο κι η νύχτα κλαίει, γελα
πάνω στου πύργου την κορφη παντιέρες ταξιδεύουν
μετράω το χρόνο δυο οργιες, τη προσμονη χιλιάδες
στο μεροβίγλι κούρνιασε κατάφωτο θεριό
κραυγάζει ο πόθος σα πουλι στις ονειροκορφάδες
φκιάχνω στολη από σίδερο, κι όπλο από νερο
παγώνει ο ίσκιος στο χορο κι η θάλασσα σωπαίνει
δώσε μου εκείνο το φιλι κι αντικρυστα στο φως
έλα και άκου σαν παιδι τη μέρα ν'ανασαίνει
φίλα με, μα μη φοβηθεις, δεν κλέβει ο βυθος
φκιάχνω και στέμμα από φωτια, μικρο, σαν δαχτυλίδι
φεγγαροπαίδι, πού πεσε μια νύχτα στο γυαλο
όταν ξεφύγω, και χυθω στ'απέραντο ταξίδι
να το φορας,
σαν της καρδιας
τ'απαύγασμα
να σκίζει τον καιρο...
.
Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010
κάποιος;
κάποιος
να βρει μια μουσικη
το στίχο κείνο πού'γραψα
σε πορφυρα σεντόνια
γλυστρώντας στα νυχτόλογα
με δόση άγριας προσμονης
στα κόκκινα να ντύσει
κάποιος
να κλέψει ένα φτερο
μαύρο, σαν κόρακα μαλλι
ανάλαφρο σαν ίχνος
να δέσω στο πρωτόσκαλο
τα ονειροφιλήματα
με ξόρκια να μαγεύει
κάποιος
να μείνει εκει φρουρος
στης νύχτας τ'απροσδόκητο
στο πέρα και στο δώθε
στα ζύγια του χαρταετου
στους κραδασμους της μέρας μας
να κρυφοξεφαντώνει
κάποιος
αρχάγγελου νά'χει σπαθι
θαλασσοβαφτισμένο
να σπάσω τοίχους για να δω
να κόψω τον ομφάλιο
ν'αφήσω πίσω την οργη
το κύμα να προφτάσω
κάποιος
να μου χαρίσει ένα πανι
να φτιάξω ένα φυλαχτο
σεντέφι και φιλντίσι
να μάθω να ακροβατω
στων βραδυνων φιλιων τα παραπέτα
να τραγουδοζαλίζομαι
να πέφτω
να σηκώνομαι
να χαρίζω
να ξεχνω και να θυμάμαι
να χαθω
στην γνώριμη γαλήνη της τρικυμίας...
κάποιος...
ένα φιλι...
να βρει μια μουσικη
το στίχο κείνο πού'γραψα
σε πορφυρα σεντόνια
γλυστρώντας στα νυχτόλογα
με δόση άγριας προσμονης
στα κόκκινα να ντύσει
κάποιος
να κλέψει ένα φτερο
μαύρο, σαν κόρακα μαλλι
ανάλαφρο σαν ίχνος
να δέσω στο πρωτόσκαλο
τα ονειροφιλήματα
με ξόρκια να μαγεύει
κάποιος
να μείνει εκει φρουρος
στης νύχτας τ'απροσδόκητο
στο πέρα και στο δώθε
στα ζύγια του χαρταετου
στους κραδασμους της μέρας μας
να κρυφοξεφαντώνει
κάποιος
αρχάγγελου νά'χει σπαθι
θαλασσοβαφτισμένο
να σπάσω τοίχους για να δω
να κόψω τον ομφάλιο
ν'αφήσω πίσω την οργη
το κύμα να προφτάσω
κάποιος
να μου χαρίσει ένα πανι
να φτιάξω ένα φυλαχτο
σεντέφι και φιλντίσι
να μάθω να ακροβατω
στων βραδυνων φιλιων τα παραπέτα
να τραγουδοζαλίζομαι
να πέφτω
να σηκώνομαι
να χαρίζω
να ξεχνω και να θυμάμαι
να χαθω
στην γνώριμη γαλήνη της τρικυμίας...
κάποιος...
ένα φιλι...
πως σώνονται έτσι τα χρώματα
όταν ξεχνάμε να ονειρευόμαστε...
.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
επιστροφη
και τώρα να,
εγω να περπατω στη θάλασσα
ν'ανανταριάζω πελαγοπατώντας
να φτιάχνω πολύχρωμες βάρκες
χάρτινες
και να τις αμολάω στα κύμματα
κι εκείνες
να επιστρέφουνε σα παλιες διαδρομες στο χρόνο
χτίζω ένα κύκλο φράχτες
από φωτια
από πάγο
από κόκκαλα
από καπνο
κι από κρασι
στη μέση απιθώνω
στο χώμα,
το ξοδεμένο σε άσκοπες καλλιέργειες,
στο κύμα,
το λερωμένο από ξαφρίσματα γλάρων,
ένα μικρο βωμο, πού'χα κρυμμένο
δεν έχει μέτρο η φωνη
κι ούτε η ψυχή έχει στόρια
κι ο κόσμος δεν έχει μπαλκόνι
ν'απλώσω τους ξεχασμένους περαστικους έρωτες
μπας και τους λυπηθουν τ'αποδημητικα
δεν νοιάζομαι πια για τ'ότι φαίνεται
πιότερο με καίει το ότι είναι
κι αν με ματώνει ένα φιλί της
το καίω στο μικρο βωμο
κείνον εκει
που ξεμυτάει απ τη νησίδα
την αφροστολισμένη
καταμεσις στο Αιγαίο
εκει
που πρώτη μου φορα
μετάλαβα τα φιλια της Αφροδίτης...
.
εγω να περπατω στη θάλασσα
ν'ανανταριάζω πελαγοπατώντας
να φτιάχνω πολύχρωμες βάρκες
χάρτινες
και να τις αμολάω στα κύμματα
κι εκείνες
να επιστρέφουνε σα παλιες διαδρομες στο χρόνο
χτίζω ένα κύκλο φράχτες
από φωτια
από πάγο
από κόκκαλα
από καπνο
κι από κρασι
στη μέση απιθώνω
στο χώμα,
το ξοδεμένο σε άσκοπες καλλιέργειες,
στο κύμα,
το λερωμένο από ξαφρίσματα γλάρων,
ένα μικρο βωμο, πού'χα κρυμμένο
δεν έχει μέτρο η φωνη
κι ούτε η ψυχή έχει στόρια
κι ο κόσμος δεν έχει μπαλκόνι
ν'απλώσω τους ξεχασμένους περαστικους έρωτες
μπας και τους λυπηθουν τ'αποδημητικα
δεν νοιάζομαι πια για τ'ότι φαίνεται
πιότερο με καίει το ότι είναι
κι αν με ματώνει ένα φιλί της
το καίω στο μικρο βωμο
κείνον εκει
που ξεμυτάει απ τη νησίδα
την αφροστολισμένη
καταμεσις στο Αιγαίο
εκει
που πρώτη μου φορα
μετάλαβα τα φιλια της Αφροδίτης...
συγχωράτε με, αλλα ονόματα δεν συγκρατω εύκολα...
.
Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010
κύμα
Μέγα κύμα
ήρθε κι επήρε με
ως ήσυχος εκει που εστεκόμουν
στη Σμύρνη
στην Αργαλαστη
στης Πάτμου τ'άσπρο κάστρο
στης Τροίας τα προπύλαια
στης Αρεθούσας τ'όνειρο
με έφερνε
κι εγω μαζί του ερχόμουν
Μέγα κύμα
ήρθε κι έτσι άξαφνά του μ'έλουσε
με κίτρο και μ'αλμύρα
και λάδι πρώιμης ελιας
στο μέτωπο
στο στέρνο με τις γρατζουνιες
και τις χρισμένες αμυχες
στα σκουριασμένα δάχτυλα
κι όλο αυτο εσπόνδιζε
κι εγω όλο ποντιζόμουν
Μέγα κύμα
ήρθε κι ευλαβικα μου εμφάνισε
τις συλλαβες που επάσχισα να κρύψω
τους ιαμβικους διθύραμβους
τα κύμβαλα των πειρατων
το μετρονόμο
τις χορδες
τους λόγους
και το έναυσμα
κι όλο μου ετραγούδαγε
κι εγω Οδυσσέας, χίλιες λεύγες να καλύψω
Μέγα κύμα
ήρθε κι εστάθηκε εμπρός μου
γυμνο, και στη μετώπη του μ'αφρο ζωγραφισμένη
μια ταξιδιου υπόσχεση
της θάλασσας ματόχειλα
λίκνο βροχης
αγάπης έρμαιον
μαιάνδρου φως
οσμη
ιαχη
κι όλο αλυχτούσε το νερο
κι εγω, που από καιρο έχω στα δόντια το σουγια
έχω ξανα στη μέση μου μια απόφαση ζωσμένη...
.
ήρθε κι επήρε με
ως ήσυχος εκει που εστεκόμουν
στη Σμύρνη
στην Αργαλαστη
στης Πάτμου τ'άσπρο κάστρο
στης Τροίας τα προπύλαια
στης Αρεθούσας τ'όνειρο
με έφερνε
κι εγω μαζί του ερχόμουν
Μέγα κύμα
ήρθε κι έτσι άξαφνά του μ'έλουσε
με κίτρο και μ'αλμύρα
και λάδι πρώιμης ελιας
στο μέτωπο
στο στέρνο με τις γρατζουνιες
και τις χρισμένες αμυχες
στα σκουριασμένα δάχτυλα
κι όλο αυτο εσπόνδιζε
κι εγω όλο ποντιζόμουν
Μέγα κύμα
ήρθε κι ευλαβικα μου εμφάνισε
τις συλλαβες που επάσχισα να κρύψω
τους ιαμβικους διθύραμβους
τα κύμβαλα των πειρατων
το μετρονόμο
τις χορδες
τους λόγους
και το έναυσμα
κι όλο μου ετραγούδαγε
κι εγω Οδυσσέας, χίλιες λεύγες να καλύψω
Μέγα κύμα
ήρθε κι εστάθηκε εμπρός μου
γυμνο, και στη μετώπη του μ'αφρο ζωγραφισμένη
μια ταξιδιου υπόσχεση
της θάλασσας ματόχειλα
λίκνο βροχης
αγάπης έρμαιον
μαιάνδρου φως
οσμη
ιαχη
κι όλο αλυχτούσε το νερο
κι εγω, που από καιρο έχω στα δόντια το σουγια
έχω ξανα στη μέση μου μια απόφαση ζωσμένη...
(συνεχίζεται...)
.
Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010
θέλω
θέλω να σωπάσω
με μια σιωπη
τόσο εκκωφαντικη
σαν ένα χαστούκι στο αυτι
καταμεσης κενου αρχαίου θεάτρου
θέλω να ουρλιάξω μια σιωπη
τόσο ορμητικη
χείμαρρος
που κατηφορίζει σαρώνοντας
τις εύφορες κοιλάδες
όπου κοιμούνται επίδοξοι εραστες
άλλα ονειρευόμενοι
θέλω να καταργήσω ό,τι πίστεψα
να ακυρώσω τα εισητήρια που τσαλακώθηκαν
απ τις τόσες επαναλήψεις
θέλω να βγάλω μια κραυγη
σαν ιαχη που σκούριασε
απ τις τόσες αναβολες της μάχης
θέλω φωνη
θέλω ήχο
θέλω να φτιάξω καινούργιες λέξεις
μα μπερδεύεται η γλώσσα στα σύμφωνα
και κατρακυλάνε τα ρω και τα κάπα και τα λάμδα στα σκαλια
θέλω να πολεμήσω με γυμνα χέρια την απουσία
μα δεν πολεμιέται το τίποτε
σαν χαμαιλέωντας μεταλλάσεται σ'ότι θέλει
θέλω να φτιάξω μια καινούργια Ουτοπία
να επαναπροσδιορίσω τα μέτρα και τα σταθμα
θέλω να πω μια Λέξη
που να πέσει
σα μολυβένιο ζύγι πάνω στις ζυγαριες
και ν ανατρέψει την ισσοροπία
θέλω να φτιάξω ένα Χάος
ν'αναταράξω τα νερα
να μοιραστουν τα χαρτια απ την αρχη
να φύγω!
θέλω μιαν εξαφάνιση θεαματικη
θέλω μιαν επιστροφη απόλυτη
θέλω να ανάψω τις φωτιες
να σταθω μπροστα στο κύμα
σαν βράχος
ν'αντιπαλέψω τον Ποσειδώνα
να χτυπηθω μαζι του για το δικαίωμα στο βυθο
θέλω να στροβιλιστω πάνω στο άρμα του Απόλλωνα
να φτάσω ινίοχος ως το στεφάνι του ήλιου
θέλω να κάψω ένα στέμα
πάνω στο στήθος μου
να χαρίσω το σουγια μου σ'ένα παιδι
θέλω να μάθω
θέλω να διδάξω
θέλω οι μέρες να είναι σύντροφοι
θέλω οι νύχτες να είναι ερωμένες
θέλω ο ύπνος να με ξεχάσει
να παίζω με το Μορφέα ζάρια ολοβραδυς
θέλω να σταματήσω το ρολόϊ μου
στο "καληνύχτα"
στο "καλο ξημέρωμα"
στο "αύριο πάλι"
θέλω ανάσες
αλήθεια
χρώμα
άρωμα
φιλι
φωτια
πάθος
τραγούδι
κατάνυξη
τρέλλα
θάλασσα
γαλήνη
τρικυμία
σώμα
καρδια
μυαλο
μυαλο
ταξίδι...
τα θέλω όλα στό ένα σου
και δεν συμβιβάζομαι!
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
σε λίγο...
μαζεύοντας αναπνοη....
για ένα ακόμη μακροβούτι
όσα κι αν χρειαστουν
στο βυθο των ονείρων
να φτάσουμε
δεν θα περάσει του καιρου η αλαζονία
η αγάπη
είναι πάντα
ετοιμοπόλεμη!
επιστρέφω σε λίγο...
.
Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010
χημεία στίξης...
σαν χρώμα
ν'απλωθεις στον φρέσκο καμβα
ν'αγγαλιάσεις ό,τι τοπίο μαζι ποθήσαμε
κι ό,τι αδικήσαμε με λόγους ή με πράξεις
να εξιλεώσεις
στα φιλια σου
τα κοκκινορουμπινια
στις υποθαλάσσιες ατραπους
σα τις μικρες φλεβίτσες
στου χεριου το κλείδωμα
σαν τα πράσινα ξεφτίσματα των δέντρων
να εναρμονιστεις
με το αλαφροπέταγμα της ψυχης
με την υπερωκεάνια πορεία των τραγουδιων
με το τρίξιμο της αντιρίδας στην καδένα
να γίνεις σύννεφα
πονηρα
κι ερωτοφτιαγμένα
χωρις σημεία στίξης
τέλος
αρχή
τέλος
αρχη
.
ν'απλωθεις στον φρέσκο καμβα
ν'αγγαλιάσεις ό,τι τοπίο μαζι ποθήσαμε
κι ό,τι αδικήσαμε με λόγους ή με πράξεις
να εξιλεώσεις
στα φιλια σου
τα κοκκινορουμπινια
στις υποθαλάσσιες ατραπους
σα τις μικρες φλεβίτσες
στου χεριου το κλείδωμα
σαν τα πράσινα ξεφτίσματα των δέντρων
να εναρμονιστεις
με το αλαφροπέταγμα της ψυχης
με την υπερωκεάνια πορεία των τραγουδιων
με το τρίξιμο της αντιρίδας στην καδένα
να γίνεις σύννεφα
πονηρα
κι ερωτοφτιαγμένα
χωρις σημεία στίξης
τέλος
αρχή
τέλος
αρχη
.
Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010
ημερολόγιο #1
Καίγομαι...
Ψάχνω να βρω θερμοστάτη λες κι η καρδια έχει κουμπια και πλήκτρα κι αντιστάσεις.
Αυτα που πατας και βγάζεις μουσικη δεν είναι κλειδια κλειδοκύμβαλου.
Ένα ένα τα δάχτυλά μου συνθλίβονται προσπαθώντας να σταματήσουνε την πέτρα.
Οι ώμοι μου δεν μπορουν να τα βοηθήσουν.
Δεν στενάζω απ το βάρος.
Μια εποχη που δεν είχα λογαριάσει ήρθε κι έπεσε μ' όλο της το θυμο στη ζυγαρια.
Κόντεψαν να σπάσουν τα σχοινια που κρατούσανε τους χαρταετους.
Εκείνους που είχα αμολήσει ανάστροφα ψαρεύοντας στον αέρα το επόμενο ιπτάμενο μεταφορικο.
Τη θάλασσα την έχω αποκλείσει.
Ναρκοπέδιο από Σειρήνες.
Έβγαλα και τα πατζούρια απ τα παράθυρα να έρχεται ο ήλιος το πρωι να μου θυμίζει πως άλλαξε η μέρα.
Τραβάω μολυβιες στα σκόρπια χαρτια και χαρακιες στη κάσα της εξώπορτας.
Ψάχνω τα χαρτια όταν δεν θέλω να μετρήσω το χρόνο.
Χαϊδεύω την πόρτα όταν πρέπει να θυμηθω πόσος έμεινε.
Κοιτάζω απ το παράθυρο και βλέπω το σκάφος δεμμένο στον προβλητα.
Δεν φοβάμαι να πάω.
Φοβάμαι πως δεν θα καταφέρω να σηκώσω πανια μοναχος μου.
Αν πάω μπορει να μην καταφέρω να γυρίσω.
Και δεν είναι που φοβάμαι ούτε τη θάλασσα.
Την ακινησία φοβάμαι...
Κι η μουράβια έχει παλιώσει
Και θα το φάει το σκαρι η άτιμη που δε λογαριάζει αγάπες και φιλίες.
Με τη θάλασσα δε παίζεις, παρα μονάχα στα ρηχα.
Ή ακολουθεις ή χάνεσαι...
Κι εγω ανακατέβω τα χαρτια μου με τα χέρια στεγνα και το τσιγάρο στο στόμα.
Κι είναι όπως τα περνούσα μέσα από τις μπούκλες της.
Παρηγοριέμαι σκαλίζοντας στα περιθώρια στίχους.
Σα να δένω κορδέλλες στα μαλλια της.
Έχω σηκώσει τα μανίκια στο πουκάμισο και δυο κουμπια λείπουν απ τα πάνω.
Έχω δυο κερια για το βράδυ που όμως δεν τ'ανάβω για να γράψω.
Γράφω ψηλαφιστα, γράφω ακολουθώντας τους ήχους του μολυβιου στο χαρτι
Αν δε μ'αρέσει ο ρυθμος, το κάνω ένα τσαλακωμένο κουβάρι και το πετάω στο πάτωμα
Κι ύστερα ξαναρχίζω...
Και καίγομαι...
Ψάχνω ένα παράθυρο που δεν τ'ο'χω ανοίξει να δω αν από κει θα μπει δροσια
Τίποτε...
Μ'όλα ορθάνοιχτα και πάλι νηνεμία... Μπουνάτσα....
Βρέχω το δάχτυλο με σάλιο και το σηκώνω ψηλά μήπως κι ανακαλύψω κανένα ξεχασμένο ρεύμα να σουλατσάρει στο δωμάτιο... Πάλι τίποτε...
Μύγες που ζευγαρώνουν πετώντας, αστείο θέαμα...
Μα πού χαμόγελο;
Κάθομαι αντίκρυ στο παράθυρο με τα μάτια να κολυμπάνε στον ορίζοντα
Αυτο που σουλατσάρει στο μυαλο μου δεν μπορω να το πω σκέψεις...
Γιατι όταν σκέφτεσαι, παράγεις, κι αυτο που τώρα τριβελίζει τα μηνίγγια μου δεν παράγει τίποτε...
Ούτε εμπρός, ούτε πίσω στο δρόμο...
Σα στατικος και μετέωρος σ'ένα χορο που η μελωδία του μου θυμίζει κάτι που προσπαθω να ξεχάσω...
Κι αέρας δεν φυσάει
Κι η θάλασσα ανταριάζει μ'όλα αυτά
Νηνεμία και φουσκοθαλασσια
Swell το λένε οι ναυτικοι
Προμήνυμα φουρτούνας πού'ρχεται να ξυπνήσει τις κουρασμένες απ'την αναμονη χορδές μας
Και κει που ξεχάστηκε κι ο ύπνος ακόμη
Στο κλεισιμο της μέρας
Άρχισε στη σκεπη ν' αγκομαχάει ο ανεμοδείχτης με τον πρώτο αέρα
Αν είχα παραθυρόφυλλα θά'χαν τώρα φύγει κατα τη θάλασσα
Ξυπνάει επι τέλους το θεριο
Κι ασπρίζουνε οι άκρες απ τα κύμματα
Τώρα που εμφανίστηκε η κυρα σ'όλη της τη μεγαλωσύνη
Τώρα που θύμωσε ο ωκεανος και χύθηκε να καταπιει τους μώλους και τους κυμματοθραύστες
Τώρα που οι μυαλωμένοι σφαλάνε τις πόρτες και βάζουν τα εύθραυστα σε σίγουρα μέρη
Τούτη την ώρα που οι μανάδες σούρνουν τα παιδια με το ζόρι στα σπίτια
Και που οι παλιοι οι ναυτικοι κάνουνε το σταυρο τους
Ε τώρα είναι που παρακαλω να ρίξεις λίγο ακόμη λάδι
Λάδι αιθέριο αποσταγμένο απ των ματιων τις κόχες
Κι έτσι που καίγομαι με μια γαλάζια φωτια
να δώσω μια και παρανάλωμα να κάνω στάχτη ότι περίσσεψε
κι έτσι ελεύθερος
άϋλος
στάχτη
καπνός
ιδέα
επιθυμία
να ξεχυθω απ τ΄ανοιχτα παράθυρα κατα τη θάλασσα
να λύσω κάβους
να υψώσω άρμενα και πανια
να απλωθω στον ανοιχτό ορίζοντα
και μέσα σ αφρους
και σε βρισιες
και δεήσεις στους θεους
να σκορπιστώ μια και καλη
η ερωμένη μου η μεγάλη
στα σωθικα της να με αφομοιώσει...
Ψάχνω να βρω θερμοστάτη λες κι η καρδια έχει κουμπια και πλήκτρα κι αντιστάσεις.
Αυτα που πατας και βγάζεις μουσικη δεν είναι κλειδια κλειδοκύμβαλου.
Ένα ένα τα δάχτυλά μου συνθλίβονται προσπαθώντας να σταματήσουνε την πέτρα.
Οι ώμοι μου δεν μπορουν να τα βοηθήσουν.
Δεν στενάζω απ το βάρος.
Μια εποχη που δεν είχα λογαριάσει ήρθε κι έπεσε μ' όλο της το θυμο στη ζυγαρια.
Κόντεψαν να σπάσουν τα σχοινια που κρατούσανε τους χαρταετους.
Εκείνους που είχα αμολήσει ανάστροφα ψαρεύοντας στον αέρα το επόμενο ιπτάμενο μεταφορικο.
Τη θάλασσα την έχω αποκλείσει.
Ναρκοπέδιο από Σειρήνες.
Έβγαλα και τα πατζούρια απ τα παράθυρα να έρχεται ο ήλιος το πρωι να μου θυμίζει πως άλλαξε η μέρα.
Τραβάω μολυβιες στα σκόρπια χαρτια και χαρακιες στη κάσα της εξώπορτας.
Ψάχνω τα χαρτια όταν δεν θέλω να μετρήσω το χρόνο.
Χαϊδεύω την πόρτα όταν πρέπει να θυμηθω πόσος έμεινε.
Κοιτάζω απ το παράθυρο και βλέπω το σκάφος δεμμένο στον προβλητα.
Δεν φοβάμαι να πάω.
Φοβάμαι πως δεν θα καταφέρω να σηκώσω πανια μοναχος μου.
Αν πάω μπορει να μην καταφέρω να γυρίσω.
Και δεν είναι που φοβάμαι ούτε τη θάλασσα.
Την ακινησία φοβάμαι...
Κι η μουράβια έχει παλιώσει
Και θα το φάει το σκαρι η άτιμη που δε λογαριάζει αγάπες και φιλίες.
Με τη θάλασσα δε παίζεις, παρα μονάχα στα ρηχα.
Ή ακολουθεις ή χάνεσαι...
Κι εγω ανακατέβω τα χαρτια μου με τα χέρια στεγνα και το τσιγάρο στο στόμα.
Κι είναι όπως τα περνούσα μέσα από τις μπούκλες της.
Παρηγοριέμαι σκαλίζοντας στα περιθώρια στίχους.
Σα να δένω κορδέλλες στα μαλλια της.
Έχω σηκώσει τα μανίκια στο πουκάμισο και δυο κουμπια λείπουν απ τα πάνω.
Έχω δυο κερια για το βράδυ που όμως δεν τ'ανάβω για να γράψω.
Γράφω ψηλαφιστα, γράφω ακολουθώντας τους ήχους του μολυβιου στο χαρτι
Αν δε μ'αρέσει ο ρυθμος, το κάνω ένα τσαλακωμένο κουβάρι και το πετάω στο πάτωμα
Κι ύστερα ξαναρχίζω...
Και καίγομαι...
Ψάχνω ένα παράθυρο που δεν τ'ο'χω ανοίξει να δω αν από κει θα μπει δροσια
Τίποτε...
Μ'όλα ορθάνοιχτα και πάλι νηνεμία... Μπουνάτσα....
Βρέχω το δάχτυλο με σάλιο και το σηκώνω ψηλά μήπως κι ανακαλύψω κανένα ξεχασμένο ρεύμα να σουλατσάρει στο δωμάτιο... Πάλι τίποτε...
Μύγες που ζευγαρώνουν πετώντας, αστείο θέαμα...
Μα πού χαμόγελο;
Κάθομαι αντίκρυ στο παράθυρο με τα μάτια να κολυμπάνε στον ορίζοντα
Αυτο που σουλατσάρει στο μυαλο μου δεν μπορω να το πω σκέψεις...
Γιατι όταν σκέφτεσαι, παράγεις, κι αυτο που τώρα τριβελίζει τα μηνίγγια μου δεν παράγει τίποτε...
Ούτε εμπρός, ούτε πίσω στο δρόμο...
Σα στατικος και μετέωρος σ'ένα χορο που η μελωδία του μου θυμίζει κάτι που προσπαθω να ξεχάσω...
Κι αέρας δεν φυσάει
Κι η θάλασσα ανταριάζει μ'όλα αυτά
Νηνεμία και φουσκοθαλασσια
Swell το λένε οι ναυτικοι
Προμήνυμα φουρτούνας πού'ρχεται να ξυπνήσει τις κουρασμένες απ'την αναμονη χορδές μας
Και κει που ξεχάστηκε κι ο ύπνος ακόμη
Στο κλεισιμο της μέρας
Άρχισε στη σκεπη ν' αγκομαχάει ο ανεμοδείχτης με τον πρώτο αέρα
Αν είχα παραθυρόφυλλα θά'χαν τώρα φύγει κατα τη θάλασσα
Ξυπνάει επι τέλους το θεριο
Κι ασπρίζουνε οι άκρες απ τα κύμματα
Τώρα που εμφανίστηκε η κυρα σ'όλη της τη μεγαλωσύνη
Τώρα που θύμωσε ο ωκεανος και χύθηκε να καταπιει τους μώλους και τους κυμματοθραύστες
Τώρα που οι μυαλωμένοι σφαλάνε τις πόρτες και βάζουν τα εύθραυστα σε σίγουρα μέρη
Τούτη την ώρα που οι μανάδες σούρνουν τα παιδια με το ζόρι στα σπίτια
Και που οι παλιοι οι ναυτικοι κάνουνε το σταυρο τους
Ε τώρα είναι που παρακαλω να ρίξεις λίγο ακόμη λάδι
Λάδι αιθέριο αποσταγμένο απ των ματιων τις κόχες
Κι έτσι που καίγομαι με μια γαλάζια φωτια
να δώσω μια και παρανάλωμα να κάνω στάχτη ότι περίσσεψε
κι έτσι ελεύθερος
άϋλος
στάχτη
καπνός
ιδέα
επιθυμία
να ξεχυθω απ τ΄ανοιχτα παράθυρα κατα τη θάλασσα
να λύσω κάβους
να υψώσω άρμενα και πανια
να απλωθω στον ανοιχτό ορίζοντα
και μέσα σ αφρους
και σε βρισιες
και δεήσεις στους θεους
να σκορπιστώ μια και καλη
η ερωμένη μου η μεγάλη
στα σωθικα της να με αφομοιώσει...
Αν βρείτε τα χαρτια μου
κάφτε τα στο κατόπι μου...
πρωθύστερο...
τό'νιωθα να κλωτσάει για να βγει...
για κάποιο λόγο αυτη η μουσικη νομίζω
πως καλύτερα του πάει
για κάποιο λόγο αυτη η μουσικη νομίζω
πως καλύτερα του πάει
.
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
περιπλάνηση
περιπλανήθηκα
εκει που χάθηκε η αρχαία κιβωτος
στο παρακάτω του καιρου
στα μέσα σύνορα του νου
κι απομακρύνθηκα
έτη φωτος
κι αν εξορίστηκα
κι έγινε η πίστη ανοχύρωτο φιλι
από σημάδι μυστικο
Ευτέρπη, Ελένη, Ερατω,
προσδιορίστηκα
ψυχη, βροχη
ό,τι αρνήθηκα
τά'κρυψε η θάλασσα νωρις στο βράχο
χρώμα από γνώση
το λήμμα έμπνευση
σαν αναστήθηκα
πορεία νά'χω
καταδικάστηκα
σαν αχιλλεύς για Ελένες άλλων να παλεύω
μα παλινόστησα
στη Μοίρα πως ν'αντισταθω;
μόνος δικάστηκα
δικη μου η Μούσα
κι εγω εδω
σε πείσμα ανθρώπων και θεων
σαν Αχιλλέας
θα συντροφεύω...
.
εκει που χάθηκε η αρχαία κιβωτος
στο παρακάτω του καιρου
στα μέσα σύνορα του νου
κι απομακρύνθηκα
έτη φωτος
κι αν εξορίστηκα
κι έγινε η πίστη ανοχύρωτο φιλι
από σημάδι μυστικο
Ευτέρπη, Ελένη, Ερατω,
προσδιορίστηκα
ψυχη, βροχη
ό,τι αρνήθηκα
τά'κρυψε η θάλασσα νωρις στο βράχο
χρώμα από γνώση
το λήμμα έμπνευση
σαν αναστήθηκα
πορεία νά'χω
καταδικάστηκα
σαν αχιλλεύς για Ελένες άλλων να παλεύω
μα παλινόστησα
στη Μοίρα πως ν'αντισταθω;
μόνος δικάστηκα
δικη μου η Μούσα
κι εγω εδω
σε πείσμα ανθρώπων και θεων
σαν Αχιλλέας
θα συντροφεύω...
σ.τ.Ν. ετυμολογία ονομάτων...
κυριολεξία, αλληγορία
και πολυ αγάπη....
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









