της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

επιστροφη

και τώρα να,
εγω να περπατω στη θάλασσα
ν'ανανταριάζω πελαγοπατώντας
να φτιάχνω πολύχρωμες βάρκες
χάρτινες
και να τις αμολάω στα κύμματα
κι εκείνες
να επιστρέφουνε σα παλιες διαδρομες στο χρόνο
χτίζω ένα κύκλο φράχτες
από φωτια
από πάγο
από κόκκαλα
από καπνο
κι από κρασι
στη μέση απιθώνω
στο χώμα,
το ξοδεμένο σε άσκοπες καλλιέργειες,
στο κύμα,
το λερωμένο από ξαφρίσματα γλάρων,
ένα μικρο βωμο, πού'χα κρυμμένο
δεν έχει μέτρο η φωνη
κι ούτε η ψυχή έχει στόρια
κι ο κόσμος δεν έχει μπαλκόνι
ν'απλώσω τους ξεχασμένους περαστικους έρωτες
μπας και τους λυπηθουν τ'αποδημητικα
δεν νοιάζομαι πια για τ'ότι φαίνεται
πιότερο με καίει το ότι είναι
κι αν με ματώνει ένα φιλί της
το καίω στο μικρο βωμο
κείνον εκει
που ξεμυτάει απ τη νησίδα
την αφροστολισμένη
καταμεσις στο Αιγαίο
εκει
που πρώτη μου φορα
μετάλαβα τα φιλια της Αφροδίτης...







συγχωράτε με, αλλα ονόματα δεν συγκρατω εύκολα...

.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

κύμα

Μέγα κύμα
ήρθε κι επήρε με
ως ήσυχος εκει που εστεκόμουν
στη Σμύρνη
στην Αργαλαστη
στης Πάτμου τ'άσπρο κάστρο
στης Τροίας τα προπύλαια
στης Αρεθούσας τ'όνειρο
με έφερνε
κι εγω μαζί του ερχόμουν

Μέγα κύμα
ήρθε κι έτσι άξαφνά του μ'έλουσε
με κίτρο και μ'αλμύρα
και λάδι πρώιμης ελιας
στο μέτωπο
στο στέρνο με τις γρατζουνιες
και τις χρισμένες αμυχες
στα σκουριασμένα δάχτυλα
κι όλο αυτο εσπόνδιζε
κι εγω όλο ποντιζόμουν

Μέγα κύμα
ήρθε κι ευλαβικα μου εμφάνισε
τις συλλαβες που επάσχισα να κρύψω
τους ιαμβικους διθύραμβους
τα κύμβαλα των πειρατων
το μετρονόμο
τις χορδες
τους λόγους
και το έναυσμα
κι όλο μου ετραγούδαγε
κι εγω Οδυσσέας, χίλιες λεύγες να καλύψω

Μέγα κύμα
ήρθε κι εστάθηκε εμπρός μου
γυμνο, και στη μετώπη του μ'αφρο ζωγραφισμένη
μια ταξιδιου υπόσχεση
της θάλασσας ματόχειλα
λίκνο βροχης
αγάπης έρμαιον
μαιάνδρου φως
οσμη
ιαχη
κι όλο αλυχτούσε το νερο
κι εγω, που από καιρο έχω στα δόντια το σουγια
έχω ξανα στη μέση μου μια απόφαση ζωσμένη...









(συνεχίζεται...)


.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

θέλω



θέλω να σωπάσω
με μια σιωπη
τόσο εκκωφαντικη
σαν ένα χαστούκι στο αυτι
καταμεσης κενου αρχαίου θεάτρου
θέλω να ουρλιάξω μια σιωπη
τόσο ορμητικη
χείμαρρος
που κατηφορίζει σαρώνοντας
τις εύφορες κοιλάδες
όπου κοιμούνται επίδοξοι εραστες
άλλα ονειρευόμενοι
θέλω να καταργήσω ό,τι πίστεψα
να ακυρώσω τα εισητήρια που τσαλακώθηκαν
απ τις τόσες επαναλήψεις
θέλω να βγάλω μια κραυγη
σαν ιαχη που σκούριασε
απ τις τόσες αναβολες της μάχης
θέλω φωνη
θέλω ήχο
θέλω να φτιάξω καινούργιες λέξεις
μα μπερδεύεται η γλώσσα στα σύμφωνα
και κατρακυλάνε τα ρω και τα κάπα και τα λάμδα στα σκαλια
θέλω να πολεμήσω με γυμνα χέρια την απουσία
μα δεν πολεμιέται το τίποτε
σαν χαμαιλέωντας μεταλλάσεται σ'ότι θέλει
θέλω να φτιάξω μια καινούργια Ουτοπία
να επαναπροσδιορίσω τα μέτρα και τα σταθμα
θέλω να πω μια Λέξη
που να πέσει
σα μολυβένιο ζύγι πάνω στις ζυγαριες
και ν ανατρέψει την ισσοροπία
θέλω να φτιάξω ένα Χάος
ν'αναταράξω τα νερα
να μοιραστουν τα χαρτια απ την αρχη
να φύγω!
θέλω μιαν εξαφάνιση θεαματικη
θέλω μιαν επιστροφη απόλυτη
θέλω να ανάψω τις φωτιες
να σταθω μπροστα στο κύμα
σαν βράχος
ν'αντιπαλέψω τον Ποσειδώνα
να χτυπηθω μαζι του για το δικαίωμα στο βυθο
θέλω να στροβιλιστω πάνω στο άρμα του Απόλλωνα
να φτάσω ινίοχος ως το στεφάνι του ήλιου
θέλω να κάψω ένα στέμα
πάνω στο στήθος μου
να χαρίσω το σουγια μου σ'ένα παιδι
θέλω να μάθω
θέλω να διδάξω
θέλω οι μέρες να είναι σύντροφοι
θέλω οι νύχτες να είναι ερωμένες
θέλω ο ύπνος να με ξεχάσει
να παίζω με το Μορφέα ζάρια ολοβραδυς
θέλω να σταματήσω το ρολόϊ μου
στο "καληνύχτα"
στο "καλο ξημέρωμα"
στο "αύριο πάλι"
θέλω ανάσες
αλήθεια
χρώμα
άρωμα
φιλι
φωτια
πάθος
τραγούδι
κατάνυξη
τρέλλα
θάλασσα
γαλήνη
τρικυμία

σώμα
καρδια
μυαλο

ταξίδι...


τα θέλω όλα στό ένα σου
και δεν συμβιβάζομαι!





γιατι ξέρω πως τα έχεις...






προκαταβολή είναι αυτο...
θέλω να τελειώσω αυτο το δύσκολο...





.

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

σε λίγο...

μαζεύοντας αναπνοη....
για ένα ακόμη μακροβούτι
όσα κι αν χρειαστουν
στο βυθο των ονείρων
να φτάσουμε
δεν θα περάσει του καιρου η αλαζονία
η αγάπη 
είναι πάντα 
ετοιμοπόλεμη!




επιστρέφω σε λίγο...







.

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

χημεία στίξης...

σαν χρώμα
ν'απλωθεις στον φρέσκο καμβα
ν'αγγαλιάσεις ό,τι τοπίο μαζι ποθήσαμε
κι ό,τι αδικήσαμε με λόγους ή με πράξεις
να εξιλεώσεις
στα φιλια σου
τα κοκκινορουμπινια
στις υποθαλάσσιες ατραπους
σα τις μικρες φλεβίτσες
στου χεριου το κλείδωμα
σαν τα πράσινα ξεφτίσματα των δέντρων
να εναρμονιστεις
με το αλαφροπέταγμα της ψυχης
με την υπερωκεάνια πορεία των τραγουδιων
με το τρίξιμο της αντιρίδας στην καδένα
να γίνεις σύννεφα
πονηρα
κι ερωτοφτιαγμένα
χωρις σημεία στίξης
τέλος
αρχή
τέλος
αρχη
















.

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

ημερολόγιο #1

Καίγομαι...
Ψάχνω να βρω θερμοστάτη λες κι η καρδια έχει κουμπια και πλήκτρα κι αντιστάσεις.
Αυτα που πατας και βγάζεις μουσικη δεν είναι κλειδια κλειδοκύμβαλου.
Ένα ένα τα δάχτυλά μου συνθλίβονται προσπαθώντας να σταματήσουνε την πέτρα.
Οι ώμοι μου δεν μπορουν να τα βοηθήσουν.
Δεν στενάζω απ το βάρος.
Μια εποχη που δεν είχα λογαριάσει ήρθε κι έπεσε μ' όλο της το θυμο στη ζυγαρια.
Κόντεψαν να σπάσουν τα σχοινια που κρατούσανε τους χαρταετους.
Εκείνους που είχα αμολήσει ανάστροφα ψαρεύοντας στον αέρα το επόμενο ιπτάμενο μεταφορικο.
Τη θάλασσα την έχω αποκλείσει.
Ναρκοπέδιο από Σειρήνες.
Έβγαλα και τα πατζούρια απ τα παράθυρα να έρχεται ο ήλιος το πρωι να μου θυμίζει πως άλλαξε η μέρα.
Τραβάω μολυβιες στα σκόρπια χαρτια και χαρακιες στη κάσα της εξώπορτας.
Ψάχνω τα χαρτια όταν δεν θέλω να μετρήσω το χρόνο.
Χαϊδεύω την πόρτα όταν πρέπει να θυμηθω πόσος έμεινε.
Κοιτάζω απ το παράθυρο και βλέπω το σκάφος δεμμένο στον προβλητα.
Δεν φοβάμαι να πάω.
Φοβάμαι πως δεν θα καταφέρω να σηκώσω πανια μοναχος μου.
Αν πάω μπορει να μην καταφέρω να γυρίσω.
Και δεν είναι που φοβάμαι ούτε τη θάλασσα.
Την ακινησία φοβάμαι...
Κι η μουράβια έχει παλιώσει
Και θα το φάει το σκαρι η άτιμη που δε λογαριάζει αγάπες και φιλίες.
Με τη θάλασσα δε παίζεις, παρα μονάχα στα ρηχα.
Ή ακολουθεις ή χάνεσαι...
Κι εγω ανακατέβω τα χαρτια μου με τα χέρια στεγνα και το τσιγάρο στο στόμα.
Κι είναι όπως τα περνούσα μέσα από τις μπούκλες της.
Παρηγοριέμαι σκαλίζοντας στα περιθώρια στίχους.
Σα να δένω κορδέλλες στα μαλλια της.
Έχω σηκώσει τα μανίκια στο πουκάμισο και δυο κουμπια λείπουν απ τα πάνω.
Έχω δυο κερια για το βράδυ που όμως δεν τ'ανάβω για να γράψω.
Γράφω ψηλαφιστα, γράφω ακολουθώντας τους ήχους του μολυβιου στο χαρτι
Αν δε μ'αρέσει ο ρυθμος, το κάνω ένα τσαλακωμένο κουβάρι και το πετάω στο πάτωμα
Κι ύστερα ξαναρχίζω...

Και καίγομαι...
Ψάχνω ένα παράθυρο που δεν τ'ο'χω ανοίξει να δω αν από κει θα μπει δροσια
Τίποτε...
Μ'όλα ορθάνοιχτα και πάλι νηνεμία... Μπουνάτσα....
Βρέχω το δάχτυλο με σάλιο και το σηκώνω ψηλά μήπως κι ανακαλύψω κανένα ξεχασμένο ρεύμα να σουλατσάρει στο δωμάτιο... Πάλι τίποτε...
Μύγες που ζευγαρώνουν πετώντας, αστείο θέαμα...
Μα πού χαμόγελο;
Κάθομαι αντίκρυ στο παράθυρο με τα μάτια να κολυμπάνε στον ορίζοντα
Αυτο που σουλατσάρει στο μυαλο μου δεν μπορω να το πω σκέψεις...
Γιατι όταν σκέφτεσαι, παράγεις, κι αυτο που τώρα τριβελίζει τα μηνίγγια μου δεν παράγει τίποτε...
Ούτε εμπρός, ούτε πίσω στο δρόμο...
Σα στατικος και μετέωρος σ'ένα χορο που η μελωδία του μου θυμίζει κάτι που προσπαθω να ξεχάσω...
Κι αέρας δεν φυσάει
Κι η θάλασσα ανταριάζει μ'όλα αυτά
Νηνεμία και φουσκοθαλασσια
Swell το λένε οι ναυτικοι
Προμήνυμα φουρτούνας πού'ρχεται να ξυπνήσει τις κουρασμένες απ'την αναμονη χορδές μας
Και κει που ξεχάστηκε κι ο ύπνος ακόμη
Στο κλεισιμο της μέρας
Άρχισε στη σκεπη ν' αγκομαχάει ο ανεμοδείχτης με τον πρώτο αέρα
Αν είχα παραθυρόφυλλα θά'χαν τώρα φύγει κατα τη θάλασσα
Ξυπνάει επι τέλους το θεριο
Κι ασπρίζουνε οι άκρες απ τα κύμματα
Τώρα που εμφανίστηκε η κυρα σ'όλη της τη μεγαλωσύνη
Τώρα που θύμωσε ο ωκεανος και χύθηκε να καταπιει τους μώλους και τους κυμματοθραύστες
Τώρα που οι μυαλωμένοι σφαλάνε τις πόρτες και βάζουν τα εύθραυστα σε σίγουρα μέρη
Τούτη την ώρα που οι μανάδες σούρνουν τα παιδια με το ζόρι στα σπίτια
Και που οι παλιοι οι ναυτικοι κάνουνε το σταυρο τους
Ε τώρα είναι που παρακαλω να ρίξεις λίγο ακόμη λάδι
Λάδι αιθέριο αποσταγμένο απ των ματιων τις κόχες
Κι έτσι που καίγομαι με μια γαλάζια φωτια
να δώσω μια και παρανάλωμα να κάνω στάχτη ότι περίσσεψε
κι έτσι ελεύθερος
άϋλος
στάχτη
καπνός
ιδέα
επιθυμία
να ξεχυθω απ τ΄ανοιχτα παράθυρα κατα τη θάλασσα
να λύσω κάβους
να υψώσω άρμενα και πανια
να απλωθω στον ανοιχτό ορίζοντα
και μέσα σ αφρους
και σε βρισιες
και δεήσεις στους θεους
να σκορπιστώ μια και καλη
η ερωμένη μου η μεγάλη
στα σωθικα της να με αφομοιώσει...


Αν βρείτε τα χαρτια μου
κάφτε τα στο κατόπι μου...









πρωθύστερο...
τό'νιωθα να κλωτσάει για να βγει...
για κάποιο λόγο αυτη η μουσικη νομίζω
πως καλύτερα του πάει





.