της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

αναδρομικα και εκ βαθέων

γύρεψα θάλασσα, κι έγινες βράχος
κι ό,τι κι αν ήξερες, φύλλο, φτερο,
σαν υπερίωνας, σαν μονομάχος
σαν ρίζα, πού 'σμιξε σ' ένα χορο
κι ήρθε και φύλλωσε πάνω στο κύμμα
νήμα του βράχου, του ήλιου φως
στ' άχραντο φίλημα το πρώτο βήμα
της αμαρτίας μου ο εξαγνισμος

γύρεψες θάλασσα κι έγινα ρότα
κι ό,τι κι αν πίστεψα, αίμα, σκουρια,
σαν καραβόπανο, τριμμένη σκότα
σαν λαγουδέρα από αγριελιά
που ήρθε κι αρμάτωσε το τρεχαντήρι
κλάμα της Άνασσας, του νου φευγιο
στο τραπεζάκι σου τ' άδειο ποτήρι
κι απά στα χείλια σου ο αγιασμος

ό,τι πιστέψαμε, όνειρο, σκόνη
κι ό,τι κι αν ξέραμε, τύχη τυφλη
φάροι και ύφαλοι και σταυροδρόμι
για ν' ανταμώσουμε σα ναυαγοι...






στην Γυναίκα
(με τα πολλα ονόματα)
που μου το φύσηξε στ' αυτια, στα μάτια,
στο μυαλο
μα περισσότερο απ' όλα
στην ψυχη μου!
:)

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

μικρο λαϊκο (3)

τρία φιλια χρωματιστα
τριών λογιω φεγγάρια
μαλώσανε με το Θεο
κι αρχίσανε παζάρια

Θε μας μη μας εχτρεύεσαι
και μη μας περιπαίζεις
Συ 'σαι που μας εγέννησες
και τώρα τι γυρεύεις

δεν σας χαρίζω κανενος
ταγμένα φυλαχτα μου
κι ούτε ένα μην ξενιτευτει
από τα σύννεφά μου

τρία φιλια ζωγραφιστα
τρεις άλικες νεράϊδες
το σκάσαν απ' τον Κύρη τους
τον βάλαν σε μπελάδες

τό 'να το βρήκε στα σκαλια
το άλλο στην ποδια της
μα τ' ομορφοκαλύτερο
κρύφτηκε στα φιλια της





εντάξει, αυτο είναι λίγο χρωματιστο...
μα βγήκε από μοναχό του κι είπα να τ' αφήσω
:)

μικρο λαϊκο (2)




όταν περνάω απ' τα παλια μας τα λημέρια
και με ρωτάνε όλοι οι μάγκες πού γυρίζεις
δεν απαντάω και στ' αλήθεια δε μου καίγεται καρφι
γιατι κι εσυ απ' τη ζωη μου έχεις χαθει

τα Σαββατιάτικα τα βράδυα στο λιμάνι
σ' όποια αγκαλια κι αν ξενυχτήσεις δε σε φτάνει
μα δε με νοιάζει και στ' αλήθεια δε μου καίγεται καρφι
αφου κι εγω απ' τη ζωη σου εχω χαθει

μ' αν σε πετύχω κάνα βράδυ στην Καστέλλα
θα σε βουτήξω και θα κλέψω τα φιλια σου
κι αν μου θυμώσεις βρε στ΄ αλήθεια δεν μου καίγεται καρφι
αφου και πάλι το πρωι θά 'χεις χαθει




άντε, άλλα δυό μείνανε
και μετα πάμε μοδίστρα... :)
καλημέρα!


Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

αποστροφη

δεν θέλω
την αγάπη
πού 'ρχεται στο τέλος
τις σπαταλημένες αυλαίες
μαθαίνοντας
πώς κατεβαίνεις απ το σανίδι
πώς κλείνεσαι πάλι
στο ψυχοκαμαρίνι σου
δεν θέλω
τις άψυχες εντάσεις
του ρολογιου
με τους χάρτινους δείχτες
και το τρεμμάμενο εκκρεμες
κείνες τις θολες μέρες
τις σκονισμένες νύχτες
τις λερες θάλασσες
όπου εκβάλουν λασπωμένα ποτάμια
δεν θέλω όσα δεν διάλεξα
τους οικτιρμούς σας
τις άγονες γραμμες
των βραδυνων πηγαινέλα
δεν θέλω
τ' άσκαφτα φιλια
τ' ασημάδευτα χάδια
το απλανες
το απαρέμφατο
το άβατο
τ' αμφίσημο "έλα"
τους τοίχους στους στίχους
στη μιλιά
στις κραυγες
δεν θέλω άμυνα
συναλλαγη
παραλλαγη
παράλλαξη
κατοπτρισμους
σε λιμνάζοντα
αδιαφορία
δεν θέλω
δεν θέλω να  διψάω
να πεινάω
να ποθω
τ' απρόσιτα ταξίδια
και την απώλεια
της ευεργετικης αναισθησίας μου
δεν θέλω τη σιωπη
των τραγουδιων
των ποιητων
των βράχων
τις άναρθρες κραυγες
τις υποσημειώσεις
και τα υστερόγραφα
δεν θέλω βλέμματα απλανη
κορμια παράταιρα
κλεμένα ναι
φοβισμένα όχι
ανόητα γιατι
κουρδισμένα πάμε
αδυσώπητα τέλος
αλυσσοδεμένους έρωτες
δεν θέλω
την αγάπη πού 'ρχεται στο τέλος
εν κατακλείδι,
δεν θέλω
ν' αγαπάω τα σημάδια μου
κι ας είναι αυτα
που μου θυμίζουνε,
απαράμιλλα,
τα όσα οφείλω ν' αποστρέφομαι...




κι άλλα πολλα...

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

mortuus Ceasaris

τώρα εδω πάλι
σαστισμένος
μ' ένα μπαστούνι έμπνευσης κουτσης
κι αδέσποτες λέξεις
που στοιχίζονται ως παρελαύνοντα μόρια
μιας βροχης αδικαιολόγητης
και πίπτουν
πίπτουν...
πίπτουν...
στοιχισμένες κι άσκοπες
γλυστράνε απ το κεφάλι στο σβέρκο
κι από κει, κάτω απ το πουκάμισο
σουλατσάρουν πρόστυχα
στη ραχοκοκκαλια
κι ανατριχιάζουνε
φωνήεντα παγωμένα
εδω
εξορισμένος στρατιώτης
με δανεικο αμπέχωνο από φύκια
πεζος και ναύτης
ερημωμένο υπερωκεάνειο
καθισμένο στο μώλο
που σούρνει τη σκουριασμένη κοιλια του
στην πορεία του άνευ
του άνευ
άνευ...
ανευ ουσίας
ξένος μέσα στο ίδιο του το σώμα
etranger, stranger, fremde, sconosciuto
πάλι εδω
επίμονος
άεργος λογοπλάνος
με τσαλακωμένη περιφάνεια
κι ένα παράσημο της ντροπης
εραστης μιας ματαιόδοξης δεντρογαλιάς
επικίνδυνης στις ειδούς του Μαρτίου
όπου σαν Καίσαρας
θα πέσει μαχαιρωμένος
στο κεφαλόσκαλο του κήπου
με τα παγωμένα αγάλματα
και τα σκαλια τα βαμμένα δικό του αίμα
αίμα...






μην το παρεξηγάτε τούτο
πολυκαιρισμένο είναι
αλλα όσο και να ζορίζω το κεφάλι μου
δυσκολεύεται να ολοκληρώσει κάτι καινούργιο
έτσι βρήκα αυτο ανάμεσα σε κάτι αδερφάκια του
της μελαγχολίας και του θυμου
και τό 'βγαλα ν'αεριστει... 
με το συμπάθειο κι όλας.. :)

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

ο ανεκπλήρωτος στίχος

γι αλλου μπαρκάρησα
δεν είχα χάρτες
έριχνα απ την πρύμνη λέξεις
και κουβέντες
για να βρω τον δρόμο
αν τύχει και γυρίσω
ή για να μην με χάσεις
ή και τα δυό
μείναν οι ανάλαφρες
στο κύμμα
κάποιες τις φάγαν τα γλαρόνια
κι οι βαρυσήμαντες βουλιάξανε
κάποιες αγαπηθήκανε
με κάτι ξεχασμένα ναυάγια
κι έτσι που τα κατάφερα,
πώς να με βρεις πια;
αφου δεν πρόλαβα ποτε
να σε μάθω να βουτας μέσα μου...



Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

μικρο λαϊκο

της νύχτας τα τελώνια

σαν το περάσω της ζαλούρας το κατώφλι
κι απ' το τσιγάρο όλα θολώνει ο καπνός
μικρα πετούμενα με παίρνουν στο κατόπι
και της ανάσας μου βαραίνει ο ρυθμος

μου λαθροπίνουν το κρασι της νύχτας τα τελώνια
του αστρολάβου του παλιου ραγίζει το γυαλι
κι η αγκαλια σου ένα νησι να ναυαγήσω χρόνια
γιατι ήρθες και μου τό 'κλεψες εκείνο το φιλι;

γλυκολαλούν στην πόρτα μου της νύχτας τα τελώνια
θέλουν τα κατεργάρικα θα κλέψουν το κρασί
μα γω μες το μεθύσι μου για παντα θα υφαίνω
την γεύση που μου χάρισε της Φοίβης το φίλί.


όταν νυχτώσει κι οι σκιες με ξεγελούνε
κι είναι το σπίρτο το κλειδι στον ουρανο
κάποιοι μου κλέβουν τις γουλιες που με μεθούνε
και μουρμουρίζουν το δικο μας το σκοπο

μου λαθροπίνουν το κρασι της νύχτας τα τελώνια
του αστρολάβου του παλιου ραγίζει το γυαλι
κι η αγκαλια σου ένα νησι να ναυαγήσω χρόνια
γιατι ήρθες και μου τό 'κλεψες εκείνο το φιλι;

μου γλυκοπίνουν το κρασι μα εγω δεν τα μαλώνω
αφου ως το γλυκοχάραμα μεθούσαμε μαζι
κι αν με πειράζουνε πολυ εγω δεν τους θυμώνω
αφου μου τό΄παν τ' άτιμα πως τα' στειλες εσυ



διανθισμένο και διασκευασμένο
με το υπέροχο τρίτο στιχάκι απ την flash!
κι έτσι θα μείνει! :)


στο μεταξύ, υποχέθηκα στο Δημοσθένη
έξη μικρα λαϊκα να τα ντύσει
αυτο είναι το πρώτο
σκαρώνω ακόμη δυο τρία
μαζι με κάτι παλια, κι ορίστε μας :)

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

διαβάζω...


Πήρα να διαβάζω ένα βιβλίο.Ένα βιβλίο σημαδιακο. Πού 'χει μέσα του μιαν αφιέρωση σα να την κουβαλάει στα σπλάχνα του. Σα νά 'ναι ο δικιωμός μιας αγάπης πού 'ζησα. Σαν χαστούκι. Και σαν χάδι. Σαν άρνηση στο θάνατο μιας εποχης. Αναρτιχίλα π' ανασαίνει πυρωμένες στάχτες. Ποτάμι άγριο που ξεδιψάει τις λερωμένες καλαμιες στις εκβολες του. Που κουβαλάει αγόγγυστα τα μουσκεμμένα φύλλα απ' την υλήεσσα της ψυχης μου. Πνοη και θύελλα. Τσιγάρο που αργοκαίει στο τασάκι και κρασι σ' ένα ποτήρι της ταβέρνας, που τσούγγριζαν τα μάτια μας στα θολωμένα φώτα του λιμανιου στ' αντίκρυ.

Τούτα κι άλλα μου γεννάει αυτο το βιβλίο.
Που κουβαλάει την αφιέρωση απ' τα σπλάχνα του.
Κι απ τα δικα μας.

Θα τα γράφω...


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

πυρετος

φυσάει ο ψίθυρος στραβα άγριον αγέρα
και μαύρη θάλασσα χτενίζει τα μαλλια
ένα πουκάμισο που γιόμισες φιλια
φοράει το σώμα που το είχε για παντιέρα

αργομεθάει ευλαβικα η νυχτα με αψέντι
κι η τρικυμία από νωρις να σέρνει το χορο
κείνο το δίκιο, που το φύλαγες καιρο,
τό 'χεις  χαρίσει σ' ένα μεθυσμένο γλέντι

πάνω στ' αμπάρι μουσαμάδες, καναβάτσο
παλέυει η νύχτα λίγο χρώμα να σου κλέψει
έχει ο Van Gogh καινούργιο πίνακα να θρέψει
κι απέ γοργόνα σου κεντάει στό 'να σου μπράτσο

προίκα του μύθου, πυρετος, να βράζεις στο ζουμι σου
προσφάϊ το γινάτι σου κι η μοίρα μου στενη
στις ξέρες του Ισημερινου φωτια μεσουρανει
μηνάει καραβοτσάκισμα στο μυστικο κορμι σου



Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

άτιτλο

δε μου μιλας όταν σωπαίνω
πνίγεις του νου το ουρλιαχτο
και στο λαιμο σου ξεχασμένο
μιας μέλισσας το φυλαχτο

μη με κοιτας που όλο γλυστράω
σ' ένα ανείπωτο τανγκο
τ' άδειο ποτήρι που κρατάω
σπάω στα δέκα κι ας κοπω

δεν σε ακούω και φωνάζω
με μαχαιρώνει η Ηχω
κι ότι στο μέλλον μου κι αν τάζω
λιώνει, χαρτάκι στο νερο

μη με ρωτας
πώς και στα χέρια μου φυτρώνουνε φεγγάρια
πώς και στη κούνια σου κοιμάται ο καιρος
κείνη η νύχτα που την παίξαμε στα ζάρια
γυρίζει ανάστροφα και λούζεται στο φως



Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

αλαργινο...

κρυφη κραυγη, στη νότα που ανέμισε
στα ύφαλα κρυμμένη μια ανάσα
σ' όσα δεν λέω μια αδιόρατη πληγη
ένα χαμόγελο που τό 'πιασα στα πράσα

πίσω απ' τα δόντια ένα "έλα" που φοβάται
κάτω απ' το κύμα ο βυθος που με καλει
κείνη η νύχτα που κορόϊδεψα το Σύμπαν
έρχεται πίσω να μου πάρει το φιλι

κι αν αλαργέψαμε απ τ' άγρια πελάγη
κι αγαπηθήκαμε στου φλοίσβου τον ρυθμο
στο μαύρο κύμμα θ' ανταμώσουμε ένα βράδυ
γυμνοι απ' τ' άχρηστα, 
εσυ κι εγω....








Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Ημερολόγιο

τι μαρτυρας άκαρδη πόλη μου;
τι; και με ξεγυμνώνεις
και σημαδευεις ανεξίτηλα το σβέρκο μου
κι αν είναι νά 'ρθεις
κάντο τώρα
πριν σωθούν όλα τα χρώματα
απ' τα νεανικα μας χτίσματα
μόνο μην με φιλήσεις
εκει που με σημάδεψες
κάντο τώρα
γιατι δεν έχω πια
με τι ν' ανταλλάξω τη θλίψη
που μου χαρίζει αυτος ο κόσμος
κάνω απόπειρες
να επανορθώσω τις άδικες αναφορες
στις χειμωνιάτικες προβλέψεις
κορίτσι,
πού 'γινες σκια των μυστικων μου πόθων,
μην γελάστεις
μην γελαστεις νομίζοντας
ότι παράβλεψα την τόση έξαψη
στα πρώτα μας τα βήματα
μέσα απ' τις άγνωστες
κι εντυπωσιακες
ερωτικες μας εντυπώσεις...




Δεκέμβρης 1985

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

ό αν ακούεις, εί!

τι παράξενη η διαδοχη του χρόνου
έχω μόλις εφτα λεπτα να σου γράψω...
εφτα λεπτά και τριανταένα δευτερόλεπτα...
(θά 'κανε ρίμα από μόνο του)
κι αναρωτιέμαι
πως μπορεις να συμπυκνώσεις τη θάλασσα σ' εφτα λεπτα;
να περπατήσεις στο φρύδι του βουνου;
να τεντώσεις τη χορδη στο τόξο;
να σηκώσεις το πανι;
να τρέξεις κατα 'κει;
τι προλαβαίνεις;
τι ν' αποστάξεις;
να βγει μία σταγόνα
μονάχα μιά
απαύγασμα
πρωτόλειο
ούτε ένα φιλι καλα καλα...
σαν βιαστικη καληνύχτα,
που σε συντροφεύει για νύχτες πολλες
κι ανέχεται τις παλινωδίες σου,
έρχεται μια αύρα
μέσα απ' το όστρακο
που φυλακίζει τις εύθραστες ψυχες μας,
σαν χειροκρότημα...





γράφε μου, νά 'χω να περιμένω
μίλα μου, νά 'χω να τραγουδω
όσο ανασαίνω, θα είμαι εδω...




Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

παλινωδία

- τώρα τι να γράψω;
ρώτησε ο παλιάτσος τον ληστη
- γράψε για τ' όνειρό σου, είπε εκείνος
- μα δεν έχω όνειρα
- θέλεις να κλέψω ένα για σένα;
- θέλω να μου δώσεις πίσω κείνο που μού 'κλεψες...
- αυτο δεν γίνεται, το χάλασα εκείνο, τό 'παιξα και τό 'χασα
- και ποιος το κέρδισε;
- η Θάλασσα
- να πας να την βρεις, να της το κλέψεις πίσω
- τό 'χει κλειδωμένο βαθια, χιλιάδες λεύγες
- να βουτήξεις
- δεν έχω άλλη ανάσα
- τι την έκανες;
- μου την έκλεψε
- ποιός;
- κείνη πού 'χες ζωγραφίσει μέσα στ' όνειρο...



Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

επιθυμίες


δεν θέλω τ' αψεγάδιαστα φτερα του συνειρμου σου
ούτε το απαράμιλλο της τρέλλας σου φιλι
νά 'ρθω μια νύχτα να σταθω στο γείσο του μυαλου σου
να κάνω κείνη τη βουτια που πόθησα πολυ

δεν θέλω την κοσμορροη του τελευταίου τραίνου
τ' άστρο που δεν λαμπύρισε, τη φλόγα που δεν καίει
την αυταπάτη του έρωτα του χιλιοπροδομένου
θέλω εκείνο το παιδι, που σαν πονάει κλαίει

θέλω κείνο πού σού 'φτιαξα της νύχτας το γιορντάνι
να το φορας κατάσαρκα σκουτι θαλασσινο
να περπατάω στα κύματα, ν' αφήνω το λιμάνι
να κοροϊδέψω μια φορα και ρέμα και γκρεμο

κρύψου, κι αν σ' αποθύμησα
πάρε απ' τον κάβο αλμύρα
σου τό 'χα πει πολλες φορες
φυλάξου απ' τη φωτια
απ' το φιλντίσι της ψυχης
ξύδι και μέλι πήρα
αλοίψου γη και θάλασσα
κι ανοίξου στα βαθια


Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

αποκάλυψη(;)

πολύπλοκη
σαν γόρδιος δεσμος 
αυτη η αυταπάτη
σαν παφλασμος θάλασσας άστατος
αποπροσανατολισμος
αδέσποτο σκυλι
ελπίδα ορίζοντα
γωνιές με λιγοστο φως
σκιες
φαντασιώσεις,
που γεννουν αιτίες
και ξεπηδουν απ' τις αιώνιες μήτρες
των άκαιρων συνειρμών
οργανισμοι
κάτω απ' τη σκόνη
με τη γλυκεια γεύση
ριπες αέρα απ' τις χαραγματιες
στεγνο αίμα
και σπέρμα
κι ιδρώτας της πέτρας
και σύνορα
κι ανοιχτες πόρτες σε κήπους
ψηφίδες
σκορπισμένες στα πέντε σημεία
μιά εδω
μιά εκει
ηλεκτρικο ρεύμα
ηλεκτροσοκ στο κλειδι του σολ
έκλπηξη από μάρμαρο
οδύνη από μεταξωτο μαντήλι
πανι από ανάσα
φιλι από φωτια
μπλε,
κόκκινο,
δακτυλισμοι πάνω σε φθαρμένο ξύλο
δρόμοι του πουθενα
μονοπάτια του πάντοτε
φωτογραφία με το χρόνο...
ο πιο μεγάλος έρωτας
είναι κείνος
που πεισματικα εντός μας
νιώθει πώς να κρύβεται...







Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

δυό αλήθειες κι ένα ψέμα

οι αλήθειες μου
όλο και στερεύουν εκει έξω
σκοτώνονται
αυτομολουν
ξεβρακώνονται
του βίου τους το προσδόκιμο
κατρακυλάει ασύδοτα
στην αχόρταγη καταπιώνα του χρόνου
λιγοστεύουνε οι αλήθειες μου
αποδημουν
σε εύφορα παρτέρια
σε τόπους χλοερους
σ' ανείπωτα μεθύσια
με πρόσφυγες συνδαιτυμόνες
κι ύστερα
πρέπει να σκάψεις βαθύτερα
όλο και βαθύτερα
με του Ήφαιστου τ' αμόνι για σφυρι
και της ματιας σου την ακίδα για καλέμι
χάνονται οι αλήθειες μου
πνίγονται σε θάλασσες ρηχες
τις τρώνε οι σκύλοι
κι όχι που έχω να το λέω
μα εγω είμαι κείνος που πολλες έδιωξα
που άλλες ανώφελες προσκάλεσα
κι άλλες τις κατανάλωσα
με μια χορταστικη μπουκια
σε ματαιόδοξες κι άκαιρες μάχες
κι όλο σκάβεις βαθύτερα
και κείνες στερεύουνε
κι είναι ο δρόμος
μία σκαλιέρα δίχως ρέλια
να πιαστεις;
ν' ανέβεις;
και ταξιδεύουνε οι αλήθειες μοναχές τους
ή μ' άλλους
κι ούτε να τις μουτζουρώσω πια δεν κάθονται
να τις απο-θανατίσω
τους χαρίζω για κρεβάτι
άσπιλο λευκο χαρτι
και τ' αρνιούνται
λασπογεννημένες
άπιστες
κι όλο βαθαίνει το λαγούμι
αργα
βασανιστικά
ώσπου...


βρίσκει κενο το σίδερο
και βράχο το καλέμι
και το πηγάδι της ψυχης
τανίζεται και τρέμει
φτύνει φωτιες το σήμαντρο
και στάχτες το πηγάδι
είν' η Αλήθεια η άφθαρτη
που με τραβάει στον Άδη
μα η Αδερφη της η Ηχω
της Άβυσσως τ' Αηδόνι
κάνει τη στάχτη μου πανι
και την φωτια σεντόνι
κι εκει, την ύστατη στιγμη
μ' ένα Ψέμα με σώνει...






πάλι γι αλλου ξεκίνησα
κι άλλου η πορεία μ' έβγαλε...

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

δεν ακους;

σώπασε η νύχτα ν' ακουστει
ψηλα, στο μετερίζι της,
μια μπόρα αλυχτάει
θάλασσα που με σήκωσε
σ' ωκεανο με πάει
σωπαίνει κι ο μεσημβρινος
και στο στερνο αφορισμο
κρατάει ο αχος το ίσο
ποια μουσικη σε λαχταρά;
και ποια λαχτάρα θα σε φέρνει πάντα πίσω;

σκια, σιωπη κι απόσταση
στο άκουσμα του κεραυνου
μι' ανάγκη ανασαίνει
στήθος π' αέρα θήλασε
και θύελλα κραδαίνει
ησύχασε κι η Άνασσα
η δίψα με περιγελα
κι ο ύπνος με προδίνει,
ποια νυχτωδία σε κυβερνα;
σε ποιο μοιραίο κυβερνήτη σε αφήνει;


ησύχασε
και θ' ακουστει της σιωπης
ο γρίφος ο κρυμμένος
κι έτσι γυρτο στην κουπαστη
θα μ' ανταμώσει ο πρόσφυγας ο άγγελος
ο απ' αγάπη κολασμένος






Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

εύκολος στόχος

όπλισε μια νότα στη θαλάμη
ένας στίχος στην κάννη
σιγαστήρας
πως να φυλαχτεις;
η ζώνη
γεμάτη σφαίρες
πως να γλυτώσεις;
ακους να έρχεται από μακρυα
όμως δεν μπορεις
ν' αποφύγεις το μοιραίο
άσπρο πουκάμισο
τέσσερεις ομόκεντροι κύκλοι
στην πλάτη
στο στήθος
στο τρίτο μάτι
κόκκινοι
δεν κινείσαι εσυ
στρέφει ο κόσμος γύρω σου
που να κρυφτεις;

πρέπει να σκοτώσω τη μουσικη
πριν προλάβει
και με σκοτώσει εκείνη...



Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

παράσιτα

στις νευρικες μου απολήξεις
μαζεύονται ολημερις
οι τζίτζικες
πού 'χουν ξεμείνει απ' το καλοκαίρι
κάνουν γιορτη στα φλογισμένα μου αισθητήρια
ξεχνιούνται
κι εγω ανταριάζω
στις πατούσες μου
οικοσιτίζονται μικρες βδέλες
υπόλοιπα της τελευταίας βουτιας
στα θολα νερα της μνήμης
κι είναι βάσανο το περπάτημα
στ' αυτια μου
ένα σμάρι νυκτόβια κουνούπια
βουίζουνε πρόστυχα
και πίνουν αίμα νοθευμένο με οινόπνευμα
μεθάνε κι αυτα
κι έπειτα αρχίζουν τις βουτιες
έτσι αυτομολουν πριν τα προλάβω
δεν ακούω καλα τις νότες
στο στόμα μου
δροσίζονται μια παρέα κόκκινα μυρμήγκια
πού 'χανε φωλιάσει
στις λιγοστες χωμάτινες κοιλάδες  του μυαλου μου
κατρακυλουν απ τη ρυνικη κοιλότητα
στον ουρανίσκο
μπερδεύονται με τη γλώσσα μου
που μυρμηγκιάζει όπως όταν
κι έγινε το φιλι μαρτύριο
στα χέρια μου
νυχτοπερπατάνε ανάλαφρα οι αράχνες
πού είχαν σπιτωθει
στις ξεχασμένες χειρονομίες
που τώρα τις νιώθω τόσο άγνωμες
κι οι ιστοι να με γαργαλουν στις μασχάλες
στα μάτια μου
γεννουν τ' αυγά τους
μικροσκοπικοι ερμαφρόδιτοι ιππόκαμποι
αναβλύζουν απ τις βρύσες
μα πεθαίνουν κάθε πρωι
μόλις κοιτάξω τον ήλιο
τυφλος τη μέρα απομένω
μονολογώντας:
αγαπημένα μου οικόσιτα
παράσιτα
λιγόφαγα
καλόβολα
που μου θυμίζετε των αισθήσεων την χρήση
δεν σας αποδιώχνω
μονάχα κείνο 'κει το μαύρο φίδι
που κρύβεται κουλουριασμένο στα σπλάχνα μου
και κάνει κάθε βράδυ ρεσάλτο
στη φωνη και στα χαρτια μου
θα το σκοτώσω
κι απ το πετσι του
θα φτιάξω μια φωλια στα μαλλια σου
νά 'χουν τ' αποδημητικα
λιμάνι στο ταξίδεμα
κι η Άνοιξη
ας αργήσει όσο εκείνη θέλει