ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...
Όπου τα χρυσόψαρα μπορει να δαγκώσουν σαν καρχαρίες και οι γοργόνες δεν μπορουν τα μακροβούτια...
της ψυχης
Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....
Σάββατο 7 Ιουλίου 2012
save our souls
το όγδοο χρώμα στο ουράνιο τόξο
το εικοστο πρώτο τσιγάρο στο πακέτο
ο δέκατος τρίτος απόστολος
η τριακοστη μέρα ενος Φλεβάρη
το τρίτο στοιχείο του δυαδικου συστήματος
το εικοστό πέμπτο γράμμα του αλφάβητου
η έβδομη αίσθηση
το πέμπτο στοιχείο
η τρίτη ραψωδία του Ομήρου
η έκτη γραμμη του πεντάγραμμου
η δεύτερη υποδιαστολη στο "π"
το έκτο γράμμα σε μια λέξη με πέντε
το ένα του μηδενός
το μηδεν του όλου
το κάτι στο τίποτε
το τίποτε
το ένα
το όλον
όπως και να λύσω τις εξισώσεις
ο άγνωστος παράγοντας
πάντα με προδίδει
κι οι αντέννες τσιρίζουνε
alpha.golf.alpha.papa.india.
save.our.souls.
save.our.souls
το εικοστο πρώτο τσιγάρο στο πακέτο
ο δέκατος τρίτος απόστολος
η τριακοστη μέρα ενος Φλεβάρη
το τρίτο στοιχείο του δυαδικου συστήματος
το εικοστό πέμπτο γράμμα του αλφάβητου
η έβδομη αίσθηση
το πέμπτο στοιχείο
η τρίτη ραψωδία του Ομήρου
η έκτη γραμμη του πεντάγραμμου
η δεύτερη υποδιαστολη στο "π"
το έκτο γράμμα σε μια λέξη με πέντε
το ένα του μηδενός
το μηδεν του όλου
το κάτι στο τίποτε
το τίποτε
το ένα
το όλον
όπως και να λύσω τις εξισώσεις
ο άγνωστος παράγοντας
πάντα με προδίδει
κι οι αντέννες τσιρίζουνε
alpha.golf.alpha.papa.india.
save.our.souls.
save.our.souls
Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012
δικαίωση
θέλω στο κύμμα να ανάψω μια φωτια
θέλω να κόψω ένα πανι και να πετάξω
να κοιμηθω σε ένα στρώμα από σπαθια
να βρω μια τρύπα στην καρδια και να το σκάσω
θέλω να πιω ένα βαρέλι με κρασι
μια στάλα ήλιο να γευτω και να μεθύσω
ν' αντιπαλέψω τον καιρο που μισει
κι αν η αλήθεια κουραστει να μην ξυπνήσω
θέλω ένα ψέμα να κερδίσω μια ζαρια
θέλω να βρω μια αστραπη και να την κλέψω
να ξεκληρήσω ένα στρατο με μια ματια
να αιμοραγήσω το φιλι, να το στερέψω
θέλω να τάξω σε μια κόλαση νερο
να ξεριζώσω του παράδεισου τα δέντρα
να πω -κατάλαβα και πια δεν απορω,
που εκει στο μέρος της καρδιας έχω μια πέτρα
θέλω να σπάσω σε κομμάτια μια κραυγη
να τη χωρέσω σε μια σφαίρα απο φιλντίσι
να σημαδέψω της αγάπης τ' αρραγη
κι όπως θα σκάει στο ψαχνο να τα γκρεμίσει
θέλω υπόλογος να είμαι για το φόνο
να δικαστω από τρελλους και μεθυσμένους
μια κομπανία ισοβιτών να στελεχώνω
να δικαιώσω αυτης της γης τους κολασμένους....
Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012
acknowledgment
a twist of the moment
a smile that fades
a secret lost in the mist
a secret found in a kiss
a kiss on the lips
like the course of the fate
a twist of the hips
like a rain drop on an empty plate
the velvet background of innocense
the shinning frame of guilt
a loving bullet of deepest desire
the sweet thorn of vanity
a target
a game
a match
a bit of fire
the endless seas
a lie
a sting
the last journey...
.
Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012
Figitive bestia amoris
σαν φάλτσος ήχος ποτισμένος με γιατι
μουλιάζει σ' άφθαρτη αιτία το σκοτάδι
κι αφου γυρνάει στο λιμάνι κάθε βράδυ
μοιάζει σαν ύπνος ξέμπαρκος στεγνος από φιλι
κρύβει μι' αλήθεια ιδανικη αυτη του η αυταπάτη
στρίβει μεσάνυχτα αργα στη Δραπετσώνα
τσιμέντο, λάσπη και στις σόλες του στρειδώνα
με δυο λογιω περίεργα αυτια και μ' ένα μάτι
κλείνει το μάτι μοναχα κι ακούει τη μουσικη
μ'ένα μαχαίρι στην κοιλια κι ένα τσιγάρο
αιμορραγει καπνό σαν κάλπικο φουγάρο
κι αν τον δικάζει η θάλλασα τον φτύνει η φυλακη
κοντολογης θεριο, που του σκοτώσανε την πίστη
σκιάχτρο ξεβράκωτο με τ' άχυρα βρεγμένα
αγρύπνια και απώλεια στα αυτια του κρεμασμένα
ανθρώπου συνοθύλευμα που θέλει η νύχτα μύστη
μα στο χαμόγελό του το τρελλο, το μεθυσμένο
σα μιας ατέλειωτης φυγης το τελικο σημάδι
σκάει απ τα μαύρα χείλια του ένα αρχαίο χάδι
και τρέχει απ την παλια πληγη, λάδι καθαγιασμένο
μουλιάζει σ' άφθαρτη αιτία το σκοτάδι
κι αφου γυρνάει στο λιμάνι κάθε βράδυ
μοιάζει σαν ύπνος ξέμπαρκος στεγνος από φιλι
κρύβει μι' αλήθεια ιδανικη αυτη του η αυταπάτη
στρίβει μεσάνυχτα αργα στη Δραπετσώνα
τσιμέντο, λάσπη και στις σόλες του στρειδώνα
με δυο λογιω περίεργα αυτια και μ' ένα μάτι
κλείνει το μάτι μοναχα κι ακούει τη μουσικη
μ'ένα μαχαίρι στην κοιλια κι ένα τσιγάρο
αιμορραγει καπνό σαν κάλπικο φουγάρο
κι αν τον δικάζει η θάλλασα τον φτύνει η φυλακη
κοντολογης θεριο, που του σκοτώσανε την πίστη
σκιάχτρο ξεβράκωτο με τ' άχυρα βρεγμένα
αγρύπνια και απώλεια στα αυτια του κρεμασμένα
ανθρώπου συνοθύλευμα που θέλει η νύχτα μύστη
μα στο χαμόγελό του το τρελλο, το μεθυσμένο
σα μιας ατέλειωτης φυγης το τελικο σημάδι
σκάει απ τα μαύρα χείλια του ένα αρχαίο χάδι
και τρέχει απ την παλια πληγη, λάδι καθαγιασμένο
Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012
Contradiction
φανερωμένα μυστικα
κι αλήθειες μου κρυμμένες
ρίχνω στο χέρι μια σπρωξια
και κάνει ο στίχος μια βουτια
σε θάλασσες πνιγμένες
ρηχο πηγάδι αδειανο
και στέρνα μου γεμάτη
πως να γεμίσω το κενο
πού 'γινε η τρέλλα μου βουνο
μα δεν χωράει το Κάτι
μεταξωτα σκεπάσματα
και στρώμα απ' αγκάθι
παγώνω στα χαλάσματα
καίγομαι στ' αποσπάσματα
που αγάπησα τα λάθη
φίλε μου, εφιάλτη μου
κι Όνειρο μεθυσμένο
βάζω φωτια στα πάθη μου
και με το τρίτο μάτι μου
διαβάζω το γραμμένο
σύνορο απροσπέλαστο
και Πύλη μου ανοιγμένη
βουτάω και πάλι στο βυθο
μα μην τρομάξεις κι αν χαθω
Αγάπη μου, Ειμαρμένη
κι αλήθειες μου κρυμμένες
ρίχνω στο χέρι μια σπρωξια
και κάνει ο στίχος μια βουτια
σε θάλασσες πνιγμένες
ρηχο πηγάδι αδειανο
και στέρνα μου γεμάτη
πως να γεμίσω το κενο
πού 'γινε η τρέλλα μου βουνο
μα δεν χωράει το Κάτι
μεταξωτα σκεπάσματα
και στρώμα απ' αγκάθι
παγώνω στα χαλάσματα
καίγομαι στ' αποσπάσματα
που αγάπησα τα λάθη
φίλε μου, εφιάλτη μου
κι Όνειρο μεθυσμένο
βάζω φωτια στα πάθη μου
και με το τρίτο μάτι μου
διαβάζω το γραμμένο
σύνορο απροσπέλαστο
και Πύλη μου ανοιγμένη
βουτάω και πάλι στο βυθο
μα μην τρομάξεις κι αν χαθω
Αγάπη μου, Ειμαρμένη
Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012
immortality
σαν πυρωμένο σίδερο
στη μέση χάλκινου χειμώνα
πού 'χει χαράξει
στο μπράτσο ανάστροφα μια φωτια
κι ένα τατου στο μέτωπο
το σκοτισμένο από τα σύννεφα
καπνος από τσιγάρα
και θυμίαμα
από ακριβο οινόπνευμα
κι έτσι,
σαν σκηνικο μιας ανιστόριτης belle epoque
μυστικης και απαστράπτουσας,
αγκαλιαστα,
σ'ένα χορο τελετουργικο,
μπαίνει σαν το καρφι
από πλάτη σε πλάτη
λειώνοντας σωθικα
κι αντιρρήσεις
κι εκει,
σε κείνο το φιλι της φωτιας,
η ορμητικη γεύση της Αθανασίας
Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012
ignis et glacies
υπάρχουνε δυο λογιων άνθρωποι, που με κεντράνε
κείνοι που σου χαρίζουνε ένταση απ την πρώτη τους στιγμη
κι οι άλλοι που μοιάζουν ακίνητοι κι άπραγοι
λειψες περιγραφες;
όσο λειψη είναι κι η πρώτη εντύπωση
αγάπησα και τα δυο τα χούγια και τους ανθρώπους που τα κουβαλούνε
στην πρώτη γραμμη είναι κείνοι οι τύποι που γεννάνε έρωτα στη στιγμη
νιώθεις ανυπεράσπιστος μπρος τους
μικρο παιδι, ε;
σε κατακλύζουνε ως να πεις τ' όνομα τους δυο φορες
κι έπειτα την τρίτη... ψάχνεις να τους βρεις άσκοπα
έπειτα οι άλλοι
που από ορισμο, το ελάχιστο, έπονται
έπονται;
ως να τους ξεκουνήσεις,
έχουν αλλάξει φύλλα τα δέντρα τρεις φορες
και φεύγεις βαριεστημένος...
μα σαν επιστρέψεις έπειτα από εποχες και κακουχίες
θα τους έβρεις πάλι εκει
κι όπως τους άφησες, αναλλοίωτους...
αγάπησα και τα δυο
υπήρξα και τα δυο
κι όχι γιατι έτσι είμαι, πως έτσι είμαστε
μα γιατι έτσι μ' έβλεπαν με τα μάτια τους κείνοι που συναναστρεφόμουν
εκείνες οι ψυχες που μαζι τους συχνωτίστηκα
ετούτο εδω δεν είναι τραγούδι
ούτε ποίημα περισπούδαστο
μουτζαλιες σ' ένα τετράδιο με τελιωμένες σελίδες
στα περιθώρια
κι ανάμεσα στις γραμμες
τις λέξεις
τις εικονογραφήσεις απ τον πάτο των ποτηριων
που αφηρημένα ακουμπούσα πάνω του
ένα τετράδιο με ίχνη από καφε και οινοπνευματώδη
με κεφάλαια ανοιχτα
και κλειστα
σφραγισμένα με το τέλος των εποχων
το κλείσιμο των κύκλων...
δυο λογιων ανθρώποι
κείνοι που σου χαρίζουνε την ένταση του δήθεν εφήμερου
κι οι άλλοι που σου κεντάνε την κουβέρτα του χειμώνα
τ' αγάπησα και τα δυο
τα πόθησα
τα φανερα και τα κρυμμένα
τα έκδηλα και τα προφανη
τα άδηλα και τα υπονοούμενα
τα τρανταχτα γέλια της φωτιας
και το βαθυ χαμόγελο της θάλασσας
τ' αντίθετα
τ' αντίρροπα
κι έτσι ξέχασα την ουτοπικη αγάπη μου
στο συνταιριασμο τους
θαμμένη βαθεια
έμενε εκει
εν υπνώσει
γι αυτο άργησα να σε καταλάβω
τώρα,
τώρα πια ξέρω
τώρα,
μένει μονάχα να τ' αγαπήσεις κι εσυ το ίδιο
και τα δυό
έτσι θα ισορροπήσεις στο σχοινι
κι απέναντι θα φτάσεις νικήτρια
με τη ρομφαία στη μια
και το δισκοπότηρο στην άλλη την παλάμη
και μην νοιάζεσαι
πάντα εκει θά'μαι
καληνύχτα, φωτια και θάλασσά μου!
.
κείνοι που σου χαρίζουνε ένταση απ την πρώτη τους στιγμη
κι οι άλλοι που μοιάζουν ακίνητοι κι άπραγοι
λειψες περιγραφες;
όσο λειψη είναι κι η πρώτη εντύπωση
αγάπησα και τα δυο τα χούγια και τους ανθρώπους που τα κουβαλούνε
στην πρώτη γραμμη είναι κείνοι οι τύποι που γεννάνε έρωτα στη στιγμη
νιώθεις ανυπεράσπιστος μπρος τους
μικρο παιδι, ε;
σε κατακλύζουνε ως να πεις τ' όνομα τους δυο φορες
κι έπειτα την τρίτη... ψάχνεις να τους βρεις άσκοπα
έπειτα οι άλλοι
που από ορισμο, το ελάχιστο, έπονται
έπονται;
ως να τους ξεκουνήσεις,
έχουν αλλάξει φύλλα τα δέντρα τρεις φορες
και φεύγεις βαριεστημένος...
μα σαν επιστρέψεις έπειτα από εποχες και κακουχίες
θα τους έβρεις πάλι εκει
κι όπως τους άφησες, αναλλοίωτους...
αγάπησα και τα δυο
υπήρξα και τα δυο
κι όχι γιατι έτσι είμαι, πως έτσι είμαστε
μα γιατι έτσι μ' έβλεπαν με τα μάτια τους κείνοι που συναναστρεφόμουν
εκείνες οι ψυχες που μαζι τους συχνωτίστηκα
ετούτο εδω δεν είναι τραγούδι
ούτε ποίημα περισπούδαστο
μουτζαλιες σ' ένα τετράδιο με τελιωμένες σελίδες
στα περιθώρια
κι ανάμεσα στις γραμμες
τις λέξεις
τις εικονογραφήσεις απ τον πάτο των ποτηριων
που αφηρημένα ακουμπούσα πάνω του
ένα τετράδιο με ίχνη από καφε και οινοπνευματώδη
με κεφάλαια ανοιχτα
και κλειστα
σφραγισμένα με το τέλος των εποχων
το κλείσιμο των κύκλων...
δυο λογιων ανθρώποι
κείνοι που σου χαρίζουνε την ένταση του δήθεν εφήμερου
κι οι άλλοι που σου κεντάνε την κουβέρτα του χειμώνα
τ' αγάπησα και τα δυο
τα πόθησα
τα φανερα και τα κρυμμένα
τα έκδηλα και τα προφανη
τα άδηλα και τα υπονοούμενα
τα τρανταχτα γέλια της φωτιας
και το βαθυ χαμόγελο της θάλασσας
τ' αντίθετα
τ' αντίρροπα
κι έτσι ξέχασα την ουτοπικη αγάπη μου
στο συνταιριασμο τους
θαμμένη βαθεια
έμενε εκει
εν υπνώσει
γι αυτο άργησα να σε καταλάβω
τώρα,
τώρα πια ξέρω
τώρα,
μένει μονάχα να τ' αγαπήσεις κι εσυ το ίδιο
και τα δυό
έτσι θα ισορροπήσεις στο σχοινι
κι απέναντι θα φτάσεις νικήτρια
με τη ρομφαία στη μια
και το δισκοπότηρο στην άλλη την παλάμη
και μην νοιάζεσαι
πάντα εκει θά'μαι
καληνύχτα, φωτια και θάλασσά μου!
.
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012
de profundis (εκ βαθέων)
είναι απίστευτη η γύμνια των δαχτύλων μου
κι η μοναξια τους όταν άλλα ακουμπάνε
και ξεκουρδίζεται η ένταση των χτύπων μου
και στις κλειδώσεις μου σκαθάρια περπατάνε
γιατι πονάνε;
γιατι πονάει η απουσία απ το δέρμα σου;
κι ας είναι μόνο μια στιγμη που έχεις φύγει
και λαχταράει η αγκαλια μου αυτο το γέρμα σου
όταν της νύχτας το φουστάνι σε τυλίγει
ταξίδι ανοίγει,
ταξίδι πάνω στου κορμιου σου τα απρόσιτα
εκει πηγαίνω κι εισιτήριο το φιλι σου
κι έχεις τα χρώματα της θάλασσας οικόσιτα
τα μάτια σου άγνωστες στιγμές του Παραδείσου
στάσου, θυμήσου
θυμήσου, όσο μακρυά κι αν περπατήσαμε
εξαγνισμο βρήκαμε μόνο στην καρδιά μας
ότι κομμάτι απ την ψυχη μας κι αν χαρίσαμε
έμειν΄η αγάπη που κρατήσαμε δικια μας
μόνο δικια μας
πάντα κοντα μας...
είναι αφόρητο να λείπω απ' το βλέμμα σου
κι οι μεταξένιοι σου ιστοι να με κρατάνε
τα γενετήσια υγρα που ζουν στο αίμα σου
βγάζουν αγκάθια και στο χάδι με τρυπάνε
μα δεν πονάνε
πώς να πονέσει η παλάμη μου η εξόριστη
που στο άγγιγμά σου ηλεκτρίζεται κι’ ανάβει
και στο φιλι της καληνύχτας μια υπόσχεση
της αντοχης μας το πανι κόβει και ράβει
πανι, καράβι,
καράβι κι όνειρο της θάλασσας απόσταγμα
τραγούδι κι ήλιος, φυλαχτά πού ‘χεις μαζι σου
κι όποτε νιώθεις της αλήθειας τ’ άγιο πρόσταγμα
κάνε το στίχο κουπαστη κι έτσι θυμήσου
εκει θυμήσου,
θυμήσου, όσο μακρυά κι αν ταξιδέψαμε
του νόστου φάρος ήταν πάντα καρδιά μας
κι ότι κομμάτι απ την ψυχη μας κι αν ξοδέψαμε
έμειν’ η αγάπη που κρατήσαμε δικια μας
μόνο δικια μας
πάντα κοντα μας...
(τώρα μοιάζει τραγούδι... )
Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012
παλιο ημερολόγιο...
δώσ'μου ένα λόγο μια στιγμη για να σ' αφήσω
να πω πως κάναμε μια βόλτα στ' ανοιχτα
πως μου ελύθη το πανι κι έμεινα πίσω
πως ελασκάραν οι αρμοι απ τα κουπια
στο ημερολόγιο να γράψω δυο αράδες
να πω πως έκλαψα που σ' έβλεπα να φεύγεις
πως με μαζέψαν κάτι Σύριοι ψαράδες
από αυτούς που στο παζάρι αποφεύγεις
να πω πως μ έβγαλαν στο Δέλτα μεσημέρι
πως με λυπήθηκαν και μού'δωσαν τροφη
να γράψω για της Αφρικης τα μέρη
για μια μιγάδα που ερωτεύτηκα εκει
δώσ΄μου μια αιτία για να πω ένα παραμύθι
να πω κι εγω μια ιστορια καταστροφης
πως με μαχαίρωσε Αυστραλός σ ενα ξενύχτι
να διηγηθω μια ιστορία επιστροφης
σαν Οδυσσέας να δεθώ σ' ένα κατάρτι
να πω πως έφυγες με μαύρους πειρατές
ή οτι σε έχασα μια νύχτα στη Μονμάρτη
ή σ' ένα βρώμικο στενό στο Μαρακές
θέλω ενα λόγο πειστικο ν' αυτομολήσω
να σε αφήσω και να φύγω μακρυα
να βρω ένα τρόπο άλλη μια να σε κερδίσω
να 'μαι τυφλός τη μιά, να δω ξανα
ένα παλιότερο κομμάτι
απ'τα πρώτα έμμετρα
που τα αγαπω πολυ!
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
δέσμιος εκών (νυχτερινο όνειρο)
δεν θα μπορέσω σήμερα πάλι να κοιμηθω
θα γύρω σ'ένα ποτηράκι από αψέντι
κείνο που τρύγισα στο πρώτο μας το γλέντι
κι ακόμη καίει τις φλέβες μου σαν άγιο φυλαχτο
δεν θά 'χει η μέρα να μου πεί παρηγοριες
κι αυτη η νύχτα να μου δώσει ένα χάδι
λύτρα ζητάει τ'όνειρο για νά'ρθει ένα βράδυ
κάψα μου απαράβατη και τσέπες μου αδειανες
κι όπως φυσάει ο ζέφυρος
κι ανάβει το φεγγάρι
και καθρεφτίζει τ' άχραντα
της λίμνης σου νερα
κάν' το σεντόνι σου πανι
το νου μου μαξιλάρι
το ξέρω, άρπαξα φωτια
μα κράτα με γερα
δεν θα σ'ακούσω σήμερα πριν αποκοιμηθω
θα ξενυχτήσω μοναχος σ'υπόγειο με λιοντάρια
σ'ένα τραπέζι που γλυκα μεθάω με τα ζάρια
και σε παιχνίδι άσπονδο ξανα θα μετρηθω
δεν μου χρωστάει το νόστο της αυτη η προσφυγια
στης Κίρκης τη χρυση σπηλια φωλιάζει σμέρνα
έβγαλε η μάγισσα όρντινο και μού'πε, - πέρνα!
- εσυ αλλου ετάχτηκες, σε άλλη πυρκαγια
κι όπως φυσάει ο ζέφυρος
κι ανάβει το φεγγάρι
και καθρεφτίζει τ' άχραντα
της λίμνης σου νερα
κάνεις τις μπούκλες σου σχοινι
και τ'όνειρο ζωνάρι
ξέρω, νόμιζες θα χαθω
και μ' έδεσες γερα
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
ταξιδεύοντας
ταξιδεύοντας
στις όχθες των ξεχασμένων παραισθήσεων
ανάμεσα στα φύλλα της φωτιας,
που γλυκοκαρτεράνε την παλίρροια,
εκει,
που δεν έχουμ' ακόμη περπατήσει
με τα πόδια γυμνα
να βουλιάζουνε στην άμμο και τα στρογγυλα βότσαλα
που δεν έχουμ' ονειρευτει ακόμη
κάτω απ' τον ίσκιο μιας συκιας
ξαπλωμένοι
σε μιαν αιώρα από σχοινι λευκο
με περίτεχνους κόμπους
θέλω να κλείσω τα μάτια μου
ν' αφήσω το κύμμα να με χαϊδέψει
όπως εσυ χαϊδεύεις τα μαλλια σου
μ' αυτο το χάδι που θάλασσα θυμίζει
σ' ένα νησι
που χάρτης δεν γνωρίζει
που η κοντυνότερη παρυφη στεριας
είναι χίλιες λεύγες πέρα στον ορίζοντα
θέλω να σ'αγαπήσω
σε χρόνο μέλλοντα και τετελεσμένο
στο πριν και το μετα των αρφοντυμένων συνειρμων μου
εκει,
που η αηδονολαλια των φιλιων σου
στραγγίζει το γιατι απ' τα χέρια μου
που οι μουσκεμένες αγκαλιες του καλοκαιριου
οσμώνονται σ' ένα τραγούδι
εκει, στου Πάνα το δασόστρωτο διάσελο
να σ'απιθώσω πάνω στις πευκοβελόνες
να βρουν αιτία κι αφορμη οι ιστορίες να συμβούνε
κι η άρνηση ατελέσφορη
να θρυμματίζεται στα κυματιστα μεσημέρια
εκει, στης νιότης σου το αστροφως
στ' αγρίμι που φωλιάζει στον κόρφο σου
που το ταϊζεις στάλα τη στάλα
με το γάλα των αποθυμιων σου
σ'ενα περβάζι στο μπαλκόνι του Αυγερινου
πιο κει απ τις κουρασμένες βάρκες
που μπρούμητα ξαποστένουνε
γεμάτες φύκια, στρειδώνα
και τη σοφία της νύχτας
θέλω εκει να σου χαράξω πέντε γράμματα
πίσω απ την κλείδωση των γονάτων
στους αγκώνες
κι ένα, το μεσιανο,
ανάμεσα στις φύτρες του σβέρκου σου
έτσι που να θέλει προσπάθεια να δεις τι θα γράψω
και να ρωτας
-τι έγραψε κείνος ο τρελλος σαν κοιμόμουν;
και να παραλείπεις, στην αγκαλια του...
ταξιδεύοντας,
σ'ένα προάστειο της λαβωμένης πόλης μας
λίγο πιο κάτω απο κει
που σ'είχα πρωτοδει
σκοτάδι, στο πατάρι των πρώτων ονείρων μας
σε μέρη που μου τά'χεις διηγηθει
δαγκώνοντας τα χείλια σου
σε βράδυα απρόσμενα
στο χαμόγελο μιας λυπημένης μελωδίας
στο πέρασμα των λιονταριων
μέσα απ τις πρόσκαιρες βροχες του χειμώνα
στους τοίχους και τις γκρεμισμένες πόρτες των προσφυγικων
στο λιμάνι...
ταξιδεύοντας
πάνω στ' αρματωμένο το σκαρι του Ποσειδώνα
με αποσκευές πέντε γράμματα
και εισητήριο ανοιχτο
μονάχα το φιλι σου.
.
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012
cupiditas
δώσε μου το χρώμα σου
να ξαναβάψω τα νερα
νά 'χω στο μελανοδοχείο μου
να σου γράφω
η σινικη μουτζουρώνει τα χαρτια μου
δώσ' μου τις ρίζες σου
δώσε μου τα φτερα σου
ν' αγκαλιαστουνε με τις φλέβες μου
να ταξιδεύω μέσα σου μου φτάνει
δώσε μου μια μπούκλα στάχυα
να φτιάξω μια σκέπη για τη βροχη
μα πάλι, δώσε μου και τη βροχη σου
να μυροβολίσει το κατάστρωμα
πευκοβελόνες και θάλασσα
δώσε μου μπαμπάκι απ' την ψυχη σου
να γεμίσω το μαξιλάρι μου
που κάθε βράδυ αναστενάζει
απ' το βάρος των ονείρων σου
δώσε μου ένα όχι
νά'χω ν' αντιπαλεύω
με τα ναι, όταν δεν μου τα λες
δώσε μου μια γραμμη
από το σχήμα των χειλιων σου
για να ταιριάξω την πορεία
για το χαμόγελό σου
δώσ' μου ένα φόβο σου
να στόν κάνω σκαλι
για να φτάνεις τις κερασιες
δώσε μου τη φωνη σου
να διαφεντεύει το δικο μου φόβο
να τον διατάξω να λουφάξει
χάρισε μου μια ματια
τη γκριζογάλανη της μέρας
ή την άλλη, που φορας αγέρωχη τα βράδυα
να βλέπω πού πατάω στις σπηλιες σου
δώσε μου ένα άγγιγμα με τ' ακροδάχτυλα
στο μάγουλο ή στο στήθος
νά'χω ν' ανατριχιάζω τα καλοκαίρια
δώσε μου μια στάλα απ' το αίμα σου
να νιώσω πως αφαίμαξα την Αφροδίτη
δώσε μου ένα γιατι
να δικαιώσω μιάν απάντηση
μια βαθεια ανάσα απ το στήθος σου
μην ξαναλογαριάσω βυθους
ένα βήμα σου
για να χορέψω
μια μέρα σου
να στην κουρσέψω
ένα σταφύλι
να τρυγήσω
το ρόδι της καλης χρονιας
στην πόρτα σου να σπάσω
ένα ατέλειωτο φιλι
για να σωπάσω...
μα μην νοιάζεσαι
κι αν όλα αυτα
κι ακόμη περισσότερα
μου δώσεις
έχεις ακόμη να σου τραγουδάω
ώσπου ν' αδειάσει το μελανοδοχείο
που το φωνάζεις θάλασσα...
.
να ξαναβάψω τα νερα
νά 'χω στο μελανοδοχείο μου
να σου γράφω
η σινικη μουτζουρώνει τα χαρτια μου
δώσ' μου τις ρίζες σου
δώσε μου τα φτερα σου
ν' αγκαλιαστουνε με τις φλέβες μου
να ταξιδεύω μέσα σου μου φτάνει
δώσε μου μια μπούκλα στάχυα
να φτιάξω μια σκέπη για τη βροχη
μα πάλι, δώσε μου και τη βροχη σου
να μυροβολίσει το κατάστρωμα
πευκοβελόνες και θάλασσα
δώσε μου μπαμπάκι απ' την ψυχη σου
να γεμίσω το μαξιλάρι μου
που κάθε βράδυ αναστενάζει
απ' το βάρος των ονείρων σου
δώσε μου ένα όχι
νά'χω ν' αντιπαλεύω
με τα ναι, όταν δεν μου τα λες
δώσε μου μια γραμμη
από το σχήμα των χειλιων σου
για να ταιριάξω την πορεία
για το χαμόγελό σου
δώσ' μου ένα φόβο σου
να στόν κάνω σκαλι
για να φτάνεις τις κερασιες
δώσε μου τη φωνη σου
να διαφεντεύει το δικο μου φόβο
να τον διατάξω να λουφάξει
χάρισε μου μια ματια
τη γκριζογάλανη της μέρας
ή την άλλη, που φορας αγέρωχη τα βράδυα
να βλέπω πού πατάω στις σπηλιες σου
δώσε μου ένα άγγιγμα με τ' ακροδάχτυλα
στο μάγουλο ή στο στήθος
νά'χω ν' ανατριχιάζω τα καλοκαίρια
δώσε μου μια στάλα απ' το αίμα σου
να νιώσω πως αφαίμαξα την Αφροδίτη
δώσε μου ένα γιατι
να δικαιώσω μιάν απάντηση
μια βαθεια ανάσα απ το στήθος σου
μην ξαναλογαριάσω βυθους
ένα βήμα σου
για να χορέψω
μια μέρα σου
να στην κουρσέψω
ένα σταφύλι
να τρυγήσω
το ρόδι της καλης χρονιας
στην πόρτα σου να σπάσω
ένα ατέλειωτο φιλι
για να σωπάσω...
μα μην νοιάζεσαι
κι αν όλα αυτα
κι ακόμη περισσότερα
μου δώσεις
έχεις ακόμη να σου τραγουδάω
ώσπου ν' αδειάσει το μελανοδοχείο
που το φωνάζεις θάλασσα...
.
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
Pharus
φτηνα ανόητα τραγούδια
κι ο άκρατος του εφήμερου
ο ενθουσιασμος
τάϊσα με τα ψέμματα
τριανταδυό αγγελούδια
στο πέτο τα καρφίτσωσα
παράσημα, κι αφόρητος
διαβόλου πειρασμος
ξενύχτια που στοιχειώσανε
στου πειρατη το κούτελο
σημαδοσκορπισμένα
άστεγα και ξυπόλητα
με τις ευχες μαλώσανε
και ρίξανε τα δίχτυα τους
ρηχα, αγαπησιαρικα
και χιλιομπαλωμένα
σελιδες ασπρες άστιχτες
κι η εξαψη της εμπνευσης
στιγνη μαρμαρυγη
κι αλήθειας κολαστήριο
μ´ άχραντο αίμα βάφτηκες
κι έχασες το γοβάκι σου
πολυ πριν τα μεσάνυχτα
σε άτακτη φυγη
κρασι γλυκο, νερο ζεστο
κι αγριο στο καταρτι μου
φωλιαζει ενα πουλι
απ το στερνο το κοιτασμα
χορεύοντας αντικρυστο
τρυγάει το ακατόρθωτο
το τελευταίο φιλι
προπαίδεια της κόλασης
και στου παράδεισου το ναι
το γιώτα τσακισμένο
κατάσαρκο πουκάμισο
η ένδεια της απόστασης
κι ένα αναπάντητο γιατι
στο όχι κρεμασμένο
μούσα μου, φως και σύνορο
στο νήμα του εσπερινου
φεγγάρι περιμένω
έταξα άγιο πρόσφορο
μ' απόσταγμα απ' τ' όνειρο
κρατάω τον φάρο της ψυχης
για πάντα αναμμένο
χαρισμένο και σε όσους
σε πείσμα των καιρων
κρατάνε αναμμένους τους φάρους...
μικρη σημείωση: τούτο εδω δεν αντικατοπτρίζει παρούσα κατάσταση
είχε ξεκινήσει καιρο, απ τα δύσκολα, βγήκε πρόσφατα κι έτσι που το κοιτούσα
μου φάνηκε πως έπρεπε να τ'ανεβάσω... :)
είχε ξεκινήσει καιρο, απ τα δύσκολα, βγήκε πρόσφατα κι έτσι που το κοιτούσα
μου φάνηκε πως έπρεπε να τ'ανεβάσω... :)
.
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011
τραγουδάκι
εμένα με φτάνει μια σελίδα
δυο τρεις γραμμες και πέντε λέξεις
πλέκεις τα σύμφωνα με σπάγγο για να παίξεις
σε μένα πιάνει ένα τραγούδι
πέντε έξη νότες κι ένας τόνος
κάνεις σαϊτες παρτιτούρες, σου φεύγει ο χρόνος
μένα μου αρέσει ένα χρώμα
ένα μπουκάλι, ένα κρεβάτι
κρύβεις το κλάμα στο φιλι σου λείπει κάτι
εγω δεν έχω απορίες
φτιάχνω από ήλιο καραβάκια
και απο θάλασσες σκαρώνω δυο στιχάκια
πατάω σε σύννεφο κι αντέχει
τρέχω με ρόδες στα καντούνια
είμαι τρελλος και σαλτιμπάγκος από κούνια
νιώθω τα ναι σου και τα όχι
ψάχνω νερο και βρίσκω αλάτι
κι αν ξεδιψάω είναι που νιώθω αυτο το κάτι
στο κάτω κάτω της γραφης
ο ήλιος πάλι θ'ανατείλει
απτόητος και συνεπης
στο καναβάτσο να με στείλει
γιατι ειν’ η νυχτα μου μικρη
το παραμύθι είναι μεγάλο
κι εκει την ύστατη στιγμη
το αύριο στοίχημα θα βάλω
δολώνω αίμα πιάνω κύμα
κλεινω το φως σε δυο αράδες
είναι τα μάτια σου γαλάζιες Συμπληγάδες
μένα με τρέφει η αλήθεια
μια σπιθαμη φωτιας με ντύνει
στο παρανάλωμα της νύχτας με αφήνει
εγω δεν μοιάζω του καθρέφτη
κι ό,τι ονειρεύτηκα χαρίζω
κι ότι γκρεμίζεται πρωι βράδυ το χτίζω
έχω για φίλο ένα τριζόνι
πρόσφυγα απ το καλοκαίρι
που το αφήνω να μου μασουλάει το χέρι
μένα με φτάνει μια ιδέα
ένα σπιθούρι από ρύζι
για να θεριέψει το φιλι κι ήλιο ν αγγίζει
άλλα μου φτάνουν, κι άλλα όχι
κι άλλα η καρδια υπαγορεύει
κι ό,τι σκορπίστηκε η αγάπη το μαζεύει
στο κάτω κάτω της γραφης
ο ήλιος πάλι θ'ανατείλει
απτόητος και συνεπης
στο καναβάτσο να με στείλει
γιατι ειν’ η νυχτα μου μικρη
το παραμύθι είναι μεγάλο
κι εκει την ύστατη στιγμη
το αύριο στοίχημα θα βάλω
τα δύσκολα δεν βγαίνουν...
αυτο γεννήθηκε σα νερο...
Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011
iter (extremum?)
πάλεψα με τους δαίμονες, να χτίσω αναμνήσεις
φωτια πιάσαν τα σύνεργα, η θάλασσα γυαλι
κι απ' ότι ονειρεύτηκα, εσένα πιο πολυ
λαχτάρισα να εντυπωθεις εκει και να μην σβύσεις
τσιμπάει κεντρι το φίλημα κι ο ύπνος κλέβει μέλι
κι ο εφιάλτης γίνεται φίλος και αδερφος
κρεμάω να στεγνώσουνε τα λόγια σου στο φως
δεν είμαι 'γω που προσπαθω, είν' η ζωη που θέλει
βγάζω ζουμι από δίφθογγο κι ουσία από βράχο
αλάτι από θάλασσα, φωτια απ’το νερο
με σκόνη από το τίποτε να πορευτω μπορω
μα στο ταξίδι πού ‘ταξα καράβι θέλω νά ’χω
ένα καρτίνι μάρκαρα στου χρόνου την πυξίδα
και κρέμασα στη γέφυρα το άχρηστο κλειδι
σκότωσα και ανάστησα το μέσα μου παιδι
μα εκει βαθεια στα μάτια σου, πάλι μισο με είδα
αφήνω στο περβάζι σου, νυστέρι και ψαλίδι
αψέντι γι αναισθητικο κι ανάσα για φιλι
κάβοι οι μπούκλες, μέσα μου ριζώσανε πολυ
κόβεις, φιλάς μία φορα, και φεύγω για ταξίδι
.
.
Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011
Βόσπορος
χαρα μου καλορίζικη
κι ανάσα πελαγίσια
πέφτω απ' τα βράχια να σωθω
και πιάνομαι σε ξέφτι
εκεί που λέω θα πνιγω
το κύμα με λυπάται
στην αγγαλια σου να χαθω
καλύτερο μου πέφτει
μαργαριτάρι μου ακριβο
μεσ' την καρδια του βράχου
γυρνάει ο κόσμος με ορμή
κι εγω χορο δεν ξέρω
μπερδεύονται τα πόδια μου
σε χρυσαφένιες μπούκλες
μιας Συβαρίτισσας κορμι
λατρεύω κι υποφέρω
παλεύει ο Ήλιος να λυθει
θάλασσα να φιλήσει
μα εσυ, γυμνη στην κουπαστη
βγάλε φωνη και θ'ακουστει
κι ο άρχοντας Ηλιάτορας
μ'ένα μονάχα του φιλι
τα μάγια θα τα λύσει
καημε μου ωκεάνιε
και αίμα μου στη φλέβα
κλέβει ο χρόνος μια στιγμη
και τρεις μας επιστρέφει
στο χάσιμο του ορίζοντα
στο λέω να το θυμάσαι
δεν θέλει η αγάπη αφορμη
τη μοίρα μας να τρέφει
μάτια μου αφροστόλιστα
κι αγρίμι του βυθου μου
τάζω στου ανέμου τα πανια
Βυζαντινο χρυσάφι
του Βόσπορου ρακόμελο
κλάμα του Αργοναύτη
γεννήθηκα εικοσιεννια
τότε που η Πόλη εχάθη
θεριεύει ο Ήλιος να λυθει
θάλασσα να ανταμώσει
μα εσυ, γυμνη στην κουπαστη
τραγούδησε και θ'ακουστει
κι ο άρχοντας Ηλιάτορας
μ'ένα μονάχα του φιλι
καράβι θ'αρματώσει...
κι ανάσα πελαγίσια
πέφτω απ' τα βράχια να σωθω
και πιάνομαι σε ξέφτι
εκεί που λέω θα πνιγω
το κύμα με λυπάται
στην αγγαλια σου να χαθω
καλύτερο μου πέφτει
μαργαριτάρι μου ακριβο
μεσ' την καρδια του βράχου
γυρνάει ο κόσμος με ορμή
κι εγω χορο δεν ξέρω
μπερδεύονται τα πόδια μου
σε χρυσαφένιες μπούκλες
μιας Συβαρίτισσας κορμι
λατρεύω κι υποφέρω
παλεύει ο Ήλιος να λυθει
θάλασσα να φιλήσει
μα εσυ, γυμνη στην κουπαστη
βγάλε φωνη και θ'ακουστει
κι ο άρχοντας Ηλιάτορας
μ'ένα μονάχα του φιλι
τα μάγια θα τα λύσει
καημε μου ωκεάνιε
και αίμα μου στη φλέβα
κλέβει ο χρόνος μια στιγμη
και τρεις μας επιστρέφει
στο χάσιμο του ορίζοντα
στο λέω να το θυμάσαι
δεν θέλει η αγάπη αφορμη
τη μοίρα μας να τρέφει
μάτια μου αφροστόλιστα
κι αγρίμι του βυθου μου
τάζω στου ανέμου τα πανια
Βυζαντινο χρυσάφι
του Βόσπορου ρακόμελο
κλάμα του Αργοναύτη
γεννήθηκα εικοσιεννια
τότε που η Πόλη εχάθη
θεριεύει ο Ήλιος να λυθει
θάλασσα να ανταμώσει
μα εσυ, γυμνη στην κουπαστη
τραγούδησε και θ'ακουστει
κι ο άρχοντας Ηλιάτορας
μ'ένα μονάχα του φιλι
καράβι θ'αρματώσει...
το ξεκίνησα όταν αντίκρησα το Βόσπορο
την περασμένη Πέμπτη, η φωτογραφία απο κει
τέλειωσε πριν λίγο, αφιερωμένο...
.
Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011
όνειρα
Βουλιάζουνε τα όνειρα, τυλιγμένα σ'άσπρο σεντόνι.
Σε καραβόπανο, φθαρμένο απ' τον ήλιο, τη βροχη κι απ' την ακατάπαυστη φλυαρία του αέρα. Κι έπειτα αναδύονται πάλι. Ξαπλώνουνε νωχελικα στα καταστρώματα και στεγνώνουν από την υγρη τους υπόσταση. Κι έτσι, απαλαγμένα από το περιττο βάρος, ανυψώνονται γεμάτα ζεστα, αέρινα τίποτε. Μέχρι να τα προλάβει πάλι η βροχη και να τα μουσκέψει με την αλαζονικη της τρυφερότητα. Κι έτσι, πλήρη ματαιοδοξίας, πέφτουν στα ξέσκεπα κρανία όσων αψηφουν τις ενδείξεις στα σύννεφα. Σαν εφαλτήριοι εφιάλτες, σπρώχνουν τους καταδικασμένους στην άκρη της σανίδας δεμένους πισθάγκωνα. Με τα σκυλόψαρα να καραδοκουν κάτω απ το κύμα, δεν είναι παληκαρια η παράδοση. Ποτε δεν είναι σίγουρο ότι τα περαστικα δελφίνια θα προλάβουν. Μα και σε κείνους, που υποψιασμένοι περπατουν κοιτάζοντας ψηλα, ρίχνονται σαν πετρογέρακα και χαστουκίζουνε τον έμμετρο εγωισμο τους. Βουλιάζουνε τα όνειρα, τυλιγμένα σε φτηνο, φθαρμένο καραβόπανο. Κι η αξία τους, λίγα γραμμάρια ψυχης. Και συνεχίζουν να αναδύονται, να εξατμίζονται, ν'ανακυκλώνονται σε μια αέναη αλληλουχία. Και το καθένα τους περιέχει μέσα του κομμάτια απ τις προηγούμενες διαδρομες. Δεν γεννάμε τα όνειρα. Εκείνα είναι που μας γεννάνε. Που μας προσδιορίζουν καθημερινα. Καμμια φορα, είναι τόσο ανάλαφρα, που ξεμυτάνε απ τα σάβανα και διαχέονται στη θάλασσα και στον αέρα. Χαϊδεύουνε κορμια και εισπνέονται από αχόρταγα ρουθούνια. Κι ω της γαλήνης απαντοχη... Παίρνουνε σάρκα και ψυχη και καρδια. Ζούνε σαν κοινοι θνητοι ανάμεσά μας κυνηγώντας την εκπλήρωσή τους. Κι οι τυχεροι, βαδίζουνε για λίγο δίπλα τους. Συχνωτίζονται κι αν αντιληφθουν την ύπαρξή τους τότε τριβελίζονται. Αγωνιουν, ιδρώνουν και ματώνουν να τα προλάβουν. Να τα κλειδώσουν. Ότι δεν παραδέχονται, πως σε κάποια στροφη του λεπτοδείκτη θα εξατμιστούν κι αυτα. Γιατι έτσι είναι η φύση των ονείρων. Και όμορφων και άσχημων. Είτε από εκπλήρωση, είτε από μοναξια, θα χαθούνε. Τα όνειρα δεν τα γεννάμε. Κείνα μας ζωοδοτούνε, μας κατακλύζουνε, μας σημαδεύουν. Δεν τα διαλέγουμε τα όνειρα. Εκείνα φυλλομετράνε τα ρολόγια ώσπου να έρθει η ώρα του καθενός μας. Κι αντάλλαγμα ζητάνε λίγα δράμια ψυχης. Δεν έχει προστασία απ τα όνειρα. Μήτε κι ανοσία. Μοναδικη μας κι άφθαρτη εξουσία πάνω τους, μοναχα ετούτη: Να διαλέξουμε σωστα με ποιους θα τα μοιραστούμε!
.
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
απλα λέξεις...
λέξεις απλές
χρωματιστα ριγμένες σε καμβάδες
λουσμένες φως σαν εξωκκλήσι στις Κυκλάδες
όταν τις λες
λέξεις γυμνες
στριφογυρνάνε ιδρωμένες στο κρεβάτι
κανουν τη νύχτα στου κορμιου σου το παλάτι
επιδρομες
είναι τα λόγια σήμαντρα και τραίνα
καράβια κόκκινα, ανάσες της φωτιας
όταν τα λες σ'εκείνον που αγαπάς
φιλιούνται κύματα με βράχια αναμμένα
λέξεις κρυφες
που σε παράξενα ταξίδια ανταμώνουν
και τριβελίζουνε και κλαίνε και θυμώνουν
που δεν τις λες
λέξεις βαριες
άσπρες κολώνες που ακουμπάει ο Παρθενώνας
φιλια ανάλαφρα απ'τα χείλια της Γοργόνας
όταν τις θες
είναι τα λόγια σήμαντρα και τραίνα
καράβια κόκκινα, ανάσες της φωτιας
όταν σ'ακούει εκείνος που αγαπάς
φιλιούνται κύματα με βράχια αναμμένα
:)
.
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
γυμνο
ψάχνω να βρω καινούργιες λέξεις
για να κεράσω τα βουνα
να πω, στον ήλιο έλα να παίξεις
σύννεφο μη νοιαστεις να βρέξεις
κι έτσι ασημοστολισμένη
πλανεύτρα, βγες στα σκοτεινα
ψάχνω κρεβάτι από κοράλια
και στρώμα από φώσφορο
σταυρο στον τοίχο απ' αστράλια
κορμι να σφίγγει σαν τανάλια
σύντροφοι νά'ναι στο ταξίδι
στο μαγικο σου Βόσπορο
μπολιάζω νύχτα αστρομάνα
με χρυσογάλανα κλαρια
κι ανάβω δώδεκα κερια
κάτω απ' του Σείριου τη καμπάνα
ψάχνω της λήθης το μπουκάλι
με Βενετσιάνικο γυαλι
στης αστραπης την παραζάλη
μ' αψέντι να μεθύσω πάλι
να μπω στο μάτι του κυκλώνα
να σου κλαδέψω ένα φιλι
ψάχνω στου κεραυνου το σώμα
σπίθα από άγρια φωτια
να βρω της θάλασσας το χρώμα
πού'κλεψες και κρατας ακόμα
στα σωθικα φυλακισμένο
σε μια βουτια, σε μια ματια
μπολιάζω κύμα αγριεμένο
με γκριζογάλανα νερα
κι εκει, στη μάσκα την πλωρια
γυμνο δελφίνι περιμένω...
γυμνο, χωρις εικόνες
Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011
ναυσιπλοϊα
ανάποδο ετούτο το καράβι
με την τιμονιέρα στα σπλάχνα του
και τη μηχανη πάνω στη γέφυρα
ο καπετάνιος φτυαρίζει κάρβουνο
κι ο μηχανικος στην πλώρη γραδάρει
ανάποδα αναρτημένα και τα πανια
να πιάνουνε τον κόντρα άνεμο
κι η παντιέρα με τα μπαλώματα
στ' απόλυτο τέλος της πρύμης
καμαρώνει που κλείνει την παρέλαση
μονάχα εκείνη στη θέση της
το πλήρωμα στ'αμπάρια σφαλισμένο
κι η κουβέρτα μπογιατισμένη
σαν τα φρέσκο της capella sistina
ανάστροφο στέγαστρο
η τσιμινιέρα καπνίζει στη πλώρη
κι ο ιστος στη γάστρα
με βυθόμετρα αντι για ρανταρ
εκει που γουργουρίζει η προπέλα
έχει άγκυρα σιδερένια
αλλοπρόσαλο τούτο το καράβι
που ούτε η θάλασσα ξέρει
πως να το βουλιάξει
κι ο βυθος, ο αρχαίος,
ούτε που το θέλει για παρέα
τα φινιστρίνια στα ύφαλα χάσκουνε
κι η πυξίδα τρελλαμένη κατάπλωρα
δεμένη σαν γοργόνα του ακρόπρωρου
ημερολόγιο καταστρώματος...
σκουρια, στάχτη του μέταλου
σ' ανέμη τυλιγμένη
ο μπούσουλας σωπαίνει
και η πορεία μαχαιρια
δαγκώνει ο σκύλος το κουπι
και τ'άρμενο ξετρίζει
ποιος μέθυσε; ποιος βρίζει;
ποιος θέλει μπάρκο; να το πει
κάψα κι αγρύπνια του τρελλου
και γλώσσα σα στουπέτσι
σ'είχα ζαβώσει έτσι
στο χάσιμο του φεγγαριου
βουτάει η πλώρη να κρυφτει
δυσεύρετό μου αχείλι
στ'άσπρο μου το μαντήλι
τραχια αλμύρα έχει τριφτει
κύμα κλεισμένο σε γυαλι
και μάτια αστροφτιαγμένα
φιλια αφιονισμένα
κι η λαμαρίνα καίει πολυ
τεζάρει ο κάβος να σπαστει
κι απε να με τυλίξει
το φυλαχτο έχω κρύψει
στου Αλδεβαραν την κουπαστη
παλεύω μ'ένα άλλο ζόρικο,
μα μέχρι να το νικήσω
ας ανεβάσω αυτο το πρόχειρο
να μας κάνει παρέα...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)












