της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

ένα χρόνο πριν

Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
Σου δίνει πίσω ό,τι έδωσες
Ο χρόνος πρόστυχος και κλέφτης
Να με κρατάς εκει που πέφτεις
Να μου φυλάξεις ό,τι έκρυψες


Στις αμμουδιές ψάχνεις για πέτρες
Στις ερημιές βρίσκεις πατήματα
Φεύγουνε πίσω μου οι μέρες
Είμ' ένα όπλο δίχως σφαίρες
Φτιαγμένο για ανδραγαθήματα


Τ' άσπρο χαρτί τρελλό μεθύσι
Αφιόνι, σπίρτο και καημός
Βροχή που στέρνες θα γεμίσει
Σπαθί το γόρδιο που θα λύσει
Ήλιος και καταποντισμός


Το φαγητο χωρις αλάτι
Κι έρωτας δίχως οργασμό
Κλεισμένη σε χρυσο παλάτι
Μετράς τις ώρες. Λείπει κάτι
Θέλεις φωτια, θέλεις σεισμό


Τ' άσπρο χαρτι σκληρή αλήθεια
Φιλι και στάχτη και αέρας
Κι όποιοι σου έταξαν βοήθεια
Φτηνα, χυδαία παραμύθια
Ψέμματα κι όνειρα μιας μέρας


Σβήνω στη χούφτα το τσιγάρο
Είν' οι πληγές μας ότι σώσαμε
Βάζω στον έρωτα φουγάρο
Χρυσό βραχιόλι θα σου πάρω
Ζωη μας είναι ό,τι δώσαμε...


-------------------------

"...Δεν με πειράζει να ζωγραφίζεις πάνω μου.
Κι ας το κάνεις φορες φορες με αιχμηρα αντικείμενα.
Τα εύσημα δικά σου."

-------------------------




μου είχες στείλει εκείνο το πρωι:
"ζωη μας είναι τελικα αυτα που δίνουμε"
εγω στάθηκα, και μέτρησα
κι ακόμη που μετράω, όλα καλα δωσμένα


.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

επίκληση

ας μ'ανταμώσουν οι βροχες κι έχω πολυ διψάσει
στην δεξια τη κουπαστη ξενύχτησα γυρτος
ήτανε μπόρα τροπικη που τώρα έχει περάσει
μπάρκο του Ισημερινου, που χάλασε ο καιρος

κλειστο το στόμα, κι απορεις φωνη γιατι δε βγάνει
κι απάνω απ τη κουκέτα σου η νύχτα του van gogh
κάποτε σού'πε σ'αγαπω, τό'σωσες μα δε φτάνει
με τό'να πόδι στη στερια και τ'άλλο στο βυθο

μιλω κι έχω τα μάτια μου στη θάλασσα στραμμένα
αν τη κοιτάξω μια φορα, ζαλίζομαι, μεθώ
Σειρήνα, Κίρκη, Καλυψω, πού τά'χεις φυλαγμένα;
κείνα τ' αστέρια πού'κρυψες ακόμη τα ποθω

ας μ'ανταμώσει η θύελλα, που ρίζες δε μου πάνε
κι η Θάλασσα π'αγάπησα, με το στερνο φιλι
ας πάρει από πάνω μου όσα δε μου χωράνε
κι εγω ας σφραγίσω το φευγιο με αίμα και κερι...






αμην...

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

σκόρπια κι ασυνάρτητα....

στέκεται ο κόσμος
ηδονοβλεψίας
στη μελαγχολία των τραγικων μου αναμετρήσεων με το "αργα-ή-γρήγορα"
στέκομαι κι εγω
παρατηρω σαν θεατης απ την κερκίδα να ξετυλίγεται η ιστορία
στο πέτρινο θέατρο που κοιτάζει δυτικα,
στέκεται στο πλάνο κι ένας πορτοκαλής, στενάχωρος, νυσταγμένος ήλιος
και η παράσταση μια κακογραμμένη κωμωδία
χορος
πρωταγωνιστες
ντυμένοι σαν μόλις να  ξύπνησαν από κακο όνειρο
οι μουσικοι με αυλους και κύμβαλα στο περιθώριο εμπρός απ τη σκηνη
κουνουν χέρια, δάχτυλα, ξεφυσουν
μα ήχος δεν τους λυπάται να κάνει την παρουσία του αισθητη
δεν βρίσκει αυτια να ξεκουραστει η μελωδία
και τραβάει καμαρωτη καμαρωτη για το παρασκήνιο
όσοι αντέχουν τη σιωπη επικεντρώνουν τις αισθήσεις στην κίνηση
οι άλλοι περπατουν προσεκτικα προς την έξοδο
δαχτυλοπερπατώντας μην ξυπνήσουν τα μάρμαρα
στάθηκε ο κόσμος ν αφουγγραστει το σούρσιμο που κάνουν οι κόθορνοι στο χώμα
στάθηκε η ψυχη μου να καταπιει και να χωνέψει τις πέτρες που νόμισε για γλυκα κεράσια

κι αν αιθεροβατω,
ανεβαίνει το τραγούδι στίχο το στίχο να με φτάσει και να με προσπεράσει
σκαρφαλώνει στο σκηνικο και σαλτάρει σε λόγια που έχασαν κι αυτα το δρόμο τους
σκαλοπάτια μιας αέναης αναζήτησης για την ευημερία
λόγια και έργα
κορμια και καρφια
ονειρικες αναπαραστάσεις εξωτικων προορισμων

στέκεται ο χορος ακίνητος
στατικο καραβάνι επι σκηνης σ'ένα έργο χωρις αίσιο τέλος
δεν υπάρχει απο μηχανης θεος
δεν υπάρχει κορυφαίος στο χορο
κι οι ερμηνίες, ερυνίες...
πριν την παράσταση θυσιάσαμε στο Διόνυσσο
χόρεψαν οι μύστες στο θυσιαστήριο και ταϊστήκαν οι πιστοι κομμάτια απ το σφαγίο
χρησμος δεν βγήκε
κι η παράσταση ξεκίνησε μ'έναν αλλαλαγμο επιδοκιμασίας
ποιος έκλεψε την έμπνευση και που την κρατάει φυλακισμένη;
τελευταία σκηνη


όταν κρύβεσαι πίσω απ τις αστραφτερες ασπίδες της επιθυμίας,
πρέπει να ξέρεις,
πως μόνο η καθαρη σκέψη διαπερνα τους τοίχους της άρνησης
πως ο βυθος απέχει απ το κύμμα μιαν ανάσα
ένα φιλι
κι όπως ο έρωτας είναι βλαβερος για όσους δεν αντέχουν την αλήθεια,
έτσι κι η συγγνώμη είναι μια αποδοχή όσων δεν πιστεύεις δικά σου...

Αυλαία...
Χειροκρότημα (;)
Υπόκληση
encore
Τελευταία στροφη
άδειο θέατρο...
μυρωδια πεύκου
Νύχτα
Βροχη
Ησυχία!
ας κοιμηθούμε τώρα αγγαλια με τις αντιρρήσεις μας...
Καληνύχτα.


Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

δανεικο...

Συνομιλία


Εἶσαι ὄμορφη σὰ ρόδινο τοῦ φθινοπώρου δείλι!
μὰ ἡ λύπη ὡς κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι ἀφήνει ὅταν πισωδρομᾶ στὰ ράθυμά μου χείλη,
τῆς θύμησης τῆς πιὸ πικρῆς τὸν κατασταλαγμό.

Μάταια γλυστρᾷ τὸ χέρι σου στοῦ στήθους μου τὰ ψύχη·
καλή μου, κεῖνο ποὺ ζητᾶς ρημάδι ἐγίνη πιά,
ἀπ᾿ τῆς γυναίκας τ᾿ ἄγριο τὸ δόντι καὶ τὸ νύχι.
Μὴ τὴ καρδιά μου πιὰ ζητᾶς, τὴ φάγανε θεριά.

Εἶν᾿ ἡ καρδιά μου ἀνάκτορο, ἀπ᾿ ὄχλους ρημαγμένο·
μεθοῦν ἐκεῖ, σκοτώνονται, τραβιοῦνται ἀπ᾿ τὰ μαλλιά!
Μ᾿ ἀπὸ τὸ στῆθος σου ἄρωμα βγαίνει, τὸ γυμνωμένο!...

Ὢ τῶν ψυχῶν κακιὰ πληγή! Τὸ θὲς κι ἐσὺ Ὀμορφιά!
Μὲ τὰ λαμπρά, τὰ φλογερά σου μάτια ὡς φωταψία,
κάψε καὶ τὰ ρημάδια αὐτὰ π᾿ ἀφῆσαν τὰ θηρία!



 Charles Baudelaire (1821-67)




 αντι για δικο μου
το βρήκα τυχαία, όταν γι άλλα έψαχνα
σα να μ'αρέσει πολυ
θά'θελα να τό'χα γράψει...

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

ξεθωριάζω...

Είναι γραμμένο με φωτια σε συναξάρι
Με μία πέννα από φοίνικα φτερό
Ανατριχιάζω όταν πιάνεις το δοξάρι
Όταν καμμώνεσαι πως ξέρεις το ρυθμό
Και ξεθωριάζεις...

Στυγνό κι αχόρταγο φιλί στον αφαλό σου
Οταν λικνίζεις τις λαγόνες σου απαλά
Αρχαίος μύστης φοβερός στον οργασμό σου
Ξαναβαφτίζομαι στα πρώτα σου νερά
Και ξεθωριάζω...

Μιλω στη θάλασσα κι ακούω τα όνειρά σου
Στ' άλικα χείλη σου κυλούν μαργαριτάρια
Απ το άρπαγμά μου μη λυθείς μονάχα βιάσου
Τουτη την ώρα που το Συμπαν παίζει ζάρια
Και ξεθωριάζει...

Σταλάει στους ώμους σου ιδρώτας και φωτια
Καίγουν το στήθος μου τ απρόσιτα φιλιά σου
Σ εχω στον κόρφο μου μικρη δεντρογαλιά
Κι όσα στα μάτια μου κοιτάς, είναι δικά σου
Και ξεθωριάζουν...




κάποια πράγματα δεν πρόκειται να ξεθωριάσουν ποτε!
ποτε! μ'ακους;

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

εκει-εδω

είμαι εδω
μα έχω το στίγμα της τρέλλας
μιας λογικης
μιας αρρώστιας που μου κάρφωσαν στα μάτια απ'όταν γεννήθηκα
να μισω τις ιτιες και το μοιρολάτρη αέρα
και οι καιροι ψυχοβγάλτες
κι ας ακουμπω τη φωνη μου τα μεσημέρια στο πράσινο των πεύκων
και στο μαβί του νέου ορίζοντα

είμαι εδω
μα τούτη μου τη στείρα απόγνωση θα παραδώσω στα σκυλια
μαστιγωμένη απ του καιρου την αναπάντεχη διαδοχη
σαν κούφιο κόκκαλο
σαν κρέας σάπιο
σαν αίτιο αποσύνθεσης
κι είδα
και γνώρισα
κι είμαι εδω
κι ας αγάπησαν αυτους που έφυγαν
αυτους, που όταν δείχναμε το φεγγάρι
κείνοι χυδαία άγγιζαν το γυμνο στήθος της γοργόνας
κι έφριξαν τα κατάρτια
ν'ανατριχιάσουν
το βράδυ, κάτω απ την πλώρη, σκάλισα της άγγυρας λίγην αλμύρα
σκόνταψα σ'ένα κύμα
κι έπεσε στο λαιμό της τ'αλάτι
πόσο έμοιαζε με τη θάλασσα το χαμόγελό της
στου κοραλλιου το χρώμα
στου βυθου τη γεύση

κι ήμουν εκει
και πήρα το χαμόγελο σκοπο μου
στην άκρη του γυαλου ξεβρασμένος
εκει που ο χείμαρρος βαρέθηκε ν'αγκομαχάει
κι έγινε ποτάμι να χαϊδέψει τα δάχτυλα της θάλασσας
κι εκείνη τον ρούφηξε
και τον έκρυψε μέσα σ'ένα διάφανο κύμα
πού'ρθε νωρις για να ξεπλύνει με νερο κι αλάτι
τα υπολείμματα της οδυνηρης παρουσίας μου στην άμμο
έπειτα
το νερο έγραφε κι έσβυνε ατελείωτα
την ίδια γνώμη

ήμουν όμως εκει
κι ανάστησα τα πεθαμένα όνειρα
την παρουσία μου οφείλοντας να δικαιώσω
χωρις ντροπη για όσα δάκρυα ήταν κλεμμένα
για τον ήλιο,
που με πονηρια παγίδεψα σε μιαν εικόνα
για το γαλάζιο,
που γέμισε ένα ποτήρι.
κοκκίνισμα φτηνο
στ ακροδάχτυλα του πρωινου
φυλλομετρούνται τ'αδέσποτα ταξίδια των λέξεων
κι εκει,
που το βράδυ μάλωναν δυο θάλασσες
γεννήθηκε μια τρικυμία
και έστειλε τη μυστικη δροσια της μουσικης της

να σου χαρίσω πίσω τα νερα βαμμένα θαλασσια
να ακουμπας τα μάτια σου όταν κουράζεσαι
να τ'αφήνεις να στεγνώνουν
ή να τα βαφτίζεις ν'αλλάζουν χρώματα

και νά'μαι εκει
κάποιας ανάγκης άγνωστης προσκαλεσμένος
να σε μετρήσω με το μέτρο του ανέμου
με το μάκρος των μαλλιων
με το βάρος του ονείρου
με τα σκαλοπάτια του μυαλου
με τη φλόγα της καρδιας
με την ανεμελια του κορμιου σου

κι εκει να δω
σε καθρέφτες διάφανους και σιωπηλους
να μεγαλώνει και να μικραίνει η ιστορια
με τις κόρες των ματιων σου
κι εκει
να γράψω
μ'ανεξίτηλες τροχιες
κάπου στο βάθος
απ'τα πρόστυχα τα μάτια καλα προφυλαγμένο

είμαι εδω!




.-

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

wake me up...

Leaning alone, in a big exhausted rock, can't breathe the air
Figuring out how much power 's left in me to light the flare
Drifting around, screaming in a deep and dreadful nightmare
All of my skills didn't help me stay away from devils lair

And all of the sudden, something stroke me, something bigger than the sun
All of the sudden, something vicious made me drop my only gun
Felt it inside me, growing stronger every time I used my spear
Dive in the mud, fighting, biting, reaching at no sense of fear

Illusion,
Confusion,
Kisses lost in dreamless world
Remember,
Surrender,
Let me loose I'm uncontrolled
Wake me up, I want to see your mind unfold

Crossing the bridge, leaving trails that you could follow
Seed of revenge, convert my soul empty and hollow
And broken glass, hanging from earrings like a jewel
Fall back and crash, leaving the pieces down is cruel

And then it hit me, it meant to kill me but I'm strong
And then it lit me, it meant to burn me but it's wrong
Felt it to split me, I end up writing up this song
Pledged to deceive me, I never knew where I belong

Perfection,
Reflection,
Inside my head I feel the quake
Perceiveness
Forgiveness
I made again the same mistake
Wake me up, I want to win the final stake









 καλοκαίρι 2009, revised..
πολλα έρχονται,
η έμπνευσή μου έφαγε μια θεαματικη κλωτσια προς τα μπρος...

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

tribute "G. G. Marquez"

"...Κρατα αυτους που αγαπας κοντα σου, 
πες τους ψιθυριστα ποσο πολυ τους χρειαζεσαι,
αγαπα τους και φερσου τους καλα,
βρες χρονο για να τους πεις συγγνωμη, συγχωρεσε με, σε παρακαλω, ευχαριστω 
και ολα τα λογια της αγαπης που ξερεις. 
Κανεις δεν θα σε θυμαται για τις κρυφες σου σκεψεις..."


παραθέτω το παραπάνω απόσπασμα απ το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Gabriel Garzia Marquez
για όποιον δεν το έχει διαβάσει το συνιστω
γιατι το ανεβάζω; 
απλα γιατι κάποιοι ίσως ν αναρωτιούνται γιατι γράφω
ή γιατι ανεβάζω παλια μου κείμενα σκονισμένα που δεν τά'χει ξαναδει το φως
όχι, δεν προσπαθω ν'αναστήσω, ούτε να κάνω μνημόσυνα, ούτε φοβάμαι τη μοναξια...
τη δικη μου, ή τη δικη τους
στ'αριστερα του ενυδρείου έχω γράψει απ την πρώτη μέρα που το άνοιξα κάτι
κι αυτο ισχύει ακόμη
στον καθρέφτη μου μιλάω πιο πολυ
κι όλους εσας, ευχαριστω από καρδιας για την παρέα...

με τα πολλά τέλος κατάλαβα πόσο αληθινη είναι η τελευταία πρόταση
κι όχι πως πασχίζω από κάποια θεμιτη ή αθέμιτη ματαιοδοξία να με θυμούνται.
στην ουσία της προτροπής του μεγάλου δάσκαλου,
θέλω να με θυμούνται γι αυτα που είπα και λέω
για αυτα που έκανα και κάνω
για όσα πίστεψα και πιστεύω
για όσα πάλεψα και για κείνα θα που πολεμάω ως το τέλος
κι όχι να εξωραϊζουν τη σιωπη μου και την απουσία μου με δανεικα...
θέλω να θυμούνται αυτα που λέω
να νιώθουν αυτα που έκανα
κι ας ξεχαστω εγω...
κι ας μην είναι πολλοι αυτοι 
ας είναι ένας




αγαπάω 
ερωτεύομαι
πονάω
κόβομαι
πεθαίνω κι ανασταίνομαι...
και ξανα
ξανα...
δεν τελεσιουργει ο έρωτας
τελετουργει...
κι αν είσαι πιστος
μεταλαμβάνεις...
ξανα
και ξανα...





πάμε τις βόλτες μας παραπέρα λοιπον;

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

πρόσκληση

Έλα
Στο άκουσμα της πρώτης σάλπιγγας της πανσέληνου
μια χούφτα σκόνη ήλιου
φυλαχτο κρατώντας
Ανάτειλε ατέλειωτες φωτιες
μορφής γλυκειας την παρουσία,
στρίβοντας στη γωνια με τα κυκλάμινα
Ο ουρανος
διαβάζει στα μαλλια,
γραμμένο με το στίχο του αέρα,
τραγούδι μιας βραδυάτικης γαλήνης
Είναι οι λέξεις μου φτωχες

Έλα
Ν'αφήσω ακουμπηστα τα χέρια
στα δώρα της Άνοιξης
Η σιωπη δεν έχει ήχο απόψε
Χώρεσε την απόγνωση μιας φτέρης
μικρος λυγμος
αναλαμπές και φώτα σε βιτρίνα
διαφημίζουν το κακόγουστο αστείο

Έλα
Δίνω τη θλίψη σ'αργυραμοιβο
Φώτισε με χαμόγελα
των νήπιων το ένοχο κλάμμα
Την αμαρτία που δεν γνώριζαν
να μάθουν θα ποθήσουν
Τα ίχνη ακολουθώντας
που κάνει δείχνοντας το δρόμο
το πέρασμα μιας προηγούμενης ύποπτης συνείδησης

Έλα
Κρυμμένη περίτεχνα στο αγγάλιασμα των φύλλων
Αντικρυστα στο άγγιγμα της νύχτας
Γλυκεια συνένοχη ενος κρυμμένου μύθου
Ζωγράφισε σ' άσπρο χαρτι
τα ξεχασμένα πράσινα τοπία
τη μουσικη
και τις αργες κινήσεις της Σελήνης στη θάλασσα

Έλα
Των διπλωμένων βράχων
και της παγωμένης λίμνης
Γλυκο κρασι σπονδη στον Ποσειδώνα
Σαν ξεχασμένη λέξη σε παλια ευχη
Χαρούμενες σημαίες στις αυλες
Κρυφομαδουν οι προπομποι τις μαργαρίτες
-Νά'ναι η αγάπη κοντινη;
Και ξεδιπλώνει η πορεία
τους δρόμους της σιωπης και της βραδυνης νηνεμίας
Δεν περπατάμε πια μόνοι
και ενεδρεύει πίσω απ τους πεσμένους φράχτες
αγρίμι κι όνειρο
η γνώση της χαρας
Φύλαξε λίγο απ το φιλι του σήμερα
το αύριο να κάνεις πλουσιότερο

Έλα
Τους στοιχειωμένους τοίχους
τραυμάτισε μ'ένα κρυστάλλινο μαχαίρι
Και χάρισμά σου!
του άστρου του νιογέννητου το πρώτο φως
Δεν ορίζει τέλος η μνήμη...
Απόσταση κρατώντας απ το κρύο
Αποσπάσματα έργου προσεχους
Αφιερώνω σου ολόκληρο χορο!
Κι αν δεν θα νιώθεις άνετα στην τόση δόξα κι ευδαιμονία
φυλάγω ακόμη μυστικη,
κάμποση απ την αγάπη,
που δεν πρόφτασε να γίνει
μοιρολογήτρα των κρυφων μας κι ανεκλπήρωτων πόθων

Έλα,
και καλοσύνεψε ο καιρός
για να δεχτει τα χρώματα που λείπουν...



.

παιχνίδι

-πώς σε λένε;
-δεν έχω όνομα
-πόσων χρονών είσαι;
-εκατο
-όχι δεν είσαι!
-που το ξέρεις;
-το βλέπω
-που;
-στα μάτια σου
-γιατι;
-γιατι είναι πεντακάθαρα
-και λοιπον;
-των γέρων είναι κουρασμένα
-μα δεν είμαι γέρος
-πόσων χρονων είσαι;
-εκατο
-ε τότε είσαι γέρος
-δεν είμαι
-μπορεις να τρέξεις;
-μπορω
-να σκαρφαλώσεις στη λεμονια;
-μπορω
-να σηκώσεις το σπίτι;
-μπορω
-μπορεις να με παραβγεις στο ψάρεμα;
-δεν ξέρω
-μα τα μαλλια σου δεν είναι άσπρα
-ε και;
-αν ησουν εκατο χρονων θα ήταν!
-μπορει, είχα όμως ένα παππου που τα μαλλια του ήταν μαύρα σα το κάρβουνο
-και τα μάτια του;
-δεν θυμαμαι
-όλο ξεχνας
-έχει ζέστη
-φεύγω
-θα με φιλήσεις πριν φύγεις;
-τί'ναι το πριν;
-τώρα
-λες αλήθεια;
-ναι
-τότε σε φιλω
-.....


αυτο το παραπάνω
γραμμένο σε θαλασσι χαρτι με κόκκινο στυλο
κάθε φορα που το διαβάζω χαμογελάω
τ ανεβάζω για να μην το ψάχνω στα χαρτια...
:)

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010

σκόρπια...

έστρεξε άστρο μυστικο να γίνει
μια ανάμνηση,
που δεν θυμάμαι πια τ'όνομά της
των πράσινων των λόφων,
Γη
ησυχασμένες μαργαρίτες
στολίζουν της, τις ξοδεμένες μέρες
ακριβοθώρητη πού 'γινε...
στο ενδιάμεσο λευκων σπιτιων
στ' ανεβοκατέβασμα υδάτινης γραμμης
μιας ευλογίας, σχεδον μητρικης,
το πρώτο "είθε"
η δόξα της ανθρώπινης λαλιας,
που να μιλάει ξέχασε,
στις φλόγες παραδίνοντας
τις άκριες των πεύκων
και το χρώμα της Σελήνης
γλυκεια βροχη
τα υπολείματα της άσκοπης θυσίας,
συλλέγεις στο τραγούδι σου
ύστερα θάλασσα
κι έπειτα πάλι βροχη
για να θυμήσει
την προσμονη των πληγωμένων ρούχων
για τις καλοκαιριάτικες ευχες
που θα ξανάρθουν
στον τρίτο χτύπο του ανυπόμονου ουράνιου τόξου...




κάπου ανάμεσα στο δεκαεφτα και στο ενδιάμεσο....
μυρίζει άνοιξη στο τέλος του φθινόπωρου
κάπως έτσι την αντιλαμβάνομαι τότε



δυό καλοκαίρια μετα
κάπως έτσι μυρίζω το χειμώνα
είναι τέλος αυγούστου....


Όταν χάριζα στην έμπνευση μια ξανθια τρίχα απ' τα μαλλια του καλοκαιριου, κι ένα μικρο περίεργο συναίσθημα για την υποβόσκουσα αναισθησία των πάλαι ποτε ευτυχισμένων, ήταν που εύκολα οι καιροι έδειχναν τις προθέσεις τους.
Τώρα, στην άκρη του σπάγγου, δεμένα με πολύχρωμες δικαιολογίες, φιλια απαγορευμένα, από μιαν απόσταση που ήρθε να δικάσει τα άδικα. Να δικαιώσει τους εφιάλτες και τους Εφιάλτες.
Οι ήχοι μας αναιμικοι πια και προεκτάσεις μιας ύποπτης ματαιοδοξίας που συμβαίνουν μόνο όταν η πανσέληνος ευεργετικα φωτίζει τις πληγωμένες θάλασσες.
Όταν θα πάψουν τα νερα να δέχονται τα σκουπίδια μας και τις προκλήσεις μας, τότε πού θα βρουν οι γίγαντες να ακουμπουν τα μάτια τους; Κάτι θλιμμένα κι ένοχα ηλιοτρόπια θα απομείνουν να προστατεύουν την ετοιμόροπη Ατλαντίδα.
Στους πολέμους που ανοίγονται, δεν συμμετέχει το καλο, ούτε το κακο. Μονάχα άνθρωποι που λυσσομανουν και δαγκώνονται για ένα ξεροκόμματο ευδαιμονιας, κι εκείνοι που νόμισαν πως μπορουν να χορτάσουν την πείνα τους με νεκρες συνειδήσεις. Κανιβαλλίζοντας. Προχωρώντας στο ανάμεσο νεκρων στρατιωτων.
Υποθέσαμε πως ήταν ο καιρος μας, και ξανανοίξαμε πανια πίσω απ τις επευφημίες του πληρώματος. Στη μέση της διαδρομης ο αέρας μας εγκατέλειψε και το κατάρτι υποχώρησε νικημένο, η γοργόνα της πλώρης κλέφτηκε με κάτι περαστικα δελφίνια. Η ανοησία φανερώθηκε στις άστοχες ριπες των εχθρικων πειρατικων.
Άοπλοι, συναντήσαμε στους βυθούς τις προηγούμενες αμαρτωλες μας καταδύσεις, επιβεβαιώνοντας την προφητεία.
Όποιος μπορέσει και διαβάσει τον επιτύμβιο των νυχτερινων μας ονείρων, θα ανακαλύψει, οικτρα μετανοώντας για την περιέργεια, να ξεπροβάλλουν εικόνες που θεωρήθηκαν νεκρες κι επιθυμίες μυστήριες να περικυκλώνουν το απο νωρίς νυσταγμένο κορμι του καλοκαιριου....



υπομονη καλοι μου λαθρεπιβάτες
κάνα-δυο αναρτήσεις ακόμη και θα επιστρέψουμε....
έπεται το αποκορύφωμα και η επωδος...


.

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

στο ενδιάμεσο...

ανάμεσα στα δυο προηγούμενα υπάρχουν 10 χρόνια...
μέσα σ'αυτα γύρισε ο καιρός πολλές φορες...
κάπου στο ενδιάμεσο, κι ανάμεσα σε συναρπαστικα κι επικίνδυνα μονοπάτια,
γράφτηκε κι αυτο:




Ίσως να προσκυνούσαμε τη νέα τάξη πραγμάτων, αν είχαμε αντι για δάχτυλα μόνο νύχια, κι αντί για μάτια κι αυτια, μαύρα γυαλια και τοίχους.
Όμως, η αίσθηση του πρόθυμου δέρματος π' απλώνεται νωχελικα, πάνω στις ανοιχτες μας παλάμες, δεν αφήνει περιθώρια να πλανηθούμε στις εφιαλτικες τροχιες του σκοταδιου.
Το φως το νιώθεις πια, πίσω απ τις κλειστες κουρτίνες κι ο φωτοφράχτης, ανοιχτος, ν αποθανατίσει την στιγμιαία εκφόρτιση του τελευταίου της νύχτας φιλιου μας.
Ποια ησυχία φωνάζει τ'όνομά σου; Δεν ξέρω.
Ξεδίπλωσε τα κουρασμένα μου ονειροδρόμια και δέξου τις χάρτινες σαϊτες των τόσων μας κρυπτογραφημένων κι ανέμελων ερωτικων επιδιώξεων....





ό,τι δημοσιεύω εδω, απο κείνη την εποχη,
είναι παρθένο από άλλα βλέμματα...

.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

δεκαεφτα χρονων...

τόσο ήμουν όταν έγραψα αυτο...
ναι, είναι απ τα πρώτα....



άσκοπες αξιολογήσεις
απολογισμοι ανόητοι
αλητήριες εντυπώσεις
πικρες εντυπώσεις
δεν έχουνε σπίτι στη καρδια
έρχονται
χτυπάνε
πονουν
και φεύγουν
θα ξανάρθουν (;)
πάλιωσε κι η αγάπη
αναζήτηση του αγνώστου
ανοησίες
αβεβαιότητα
μελαγχολία
ήχος!
απέραντο κενο...
σκοταδισμος, μοιρολατρία
ασιατικης προέλευσης
απογοήτευση
άγχος
προβληματισμός
τρέλλα...


λογικη
δημιουργία!
διέξοδος.


ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
χρόνος...


κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα...
τα μεταξύ τους, στη συνέχεια...

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

εικοσιενος χρονων...

τόσο είναι αυτα τα δυο μικρα που ανακάλυψα ξεχασμένα...
σα χαστούκι με χτυπήσανε τα άτιμα... που τά'χα ξεχάσει...
τα βρήκα πάνω πάνω στα παλιόχαρτα, είναι απ τα τελευταία πού'γραψα πριν από την εποχή της μεγάλης σιωπης...  τα σημάδια είναι φανερα... ήταν ο καιρος που λάτρεψα ξανα το μαστρο-Νίκο
ντρέπομαι που του μοιάζουν τόσο... μα του(ς) το χρωστάω να τα βγάλω στο φως...


"Τζο"

Στο τρίτο ταξίδι στους στενους θαλασσόδρομους της Ινδονησίας ανταμώσαμε τη Σφίγγα. Όχι κείνη της Αιγύπτου, με τη σπασμένη μύτη, μα τη ξεφαντώστρα του Ινδικου. Πού'χε μέση λεπτη σα δαχτυλιδάκι καπνου και μάτια πού'καιγαν σα κάρβουνα. Και σαλτάρησε ο πρώτος λοστρόμος της Μεσόγειως στο κρεββάτι της. Ο Ιωσήφ, είχε αίμα τσιγγάνικο και το δεξι του μάτι γυάλινο. Πήγε να λύσει τα αινίγματα που εγω δεν μπόραγα. Πήγε κι ήρθε ο καιρος, δυο φορες πήγε να μπατάρει το βαπόρι. Σφύριξε, ούρλιαξε η τσιμινιέρα...
-Ιωσηηηηηφ
-Τζοοοοο
κι ανέμιζε ο πρώτος μουσώνας τα κουρέλια του στις παρυφες του φουστανιου της
-Τσακάλι είσαι, διάβολος τη ψυχή σου, κι όχι γυναίκα... σιγομουρμούρισε η πρύμη, κι ανοίχτηκε αργοκουνώντας τα πισινα της στο πόρτο.
Κι απόμεινε αντι για μένα, ο Ιωσήφ, ο Τζο, ο πρώτος λοστρόμος, να φυλλομετράει τις εξάψεις της Σφίγγας.
Ίσα με το μπόϊ του θά'χε μεγαλώσει το φοινικόδεντρο, όταν το φουντάρησα απ'αχαριστία στ'ανοιχτα της Σιγκαπούρης...





"Gulf Stream"

Γουργούριζε από κάτου μας η προπέλα κι αργοβίδωνε το καράβι, φορτωμένο σίδερο. Το χτεσινο το βράδυ τέλειωσε ο καπνος και μασουλούσα, στα ρέλια, το τσιμπούκι αδειανο. Θά'τανε λίγα μίλια έξω απ τη Κούβα όταν μού'πες πως άκουσες Σειρήνες. Είπα σε πείραξε το νοθευμένο σπίρτο του μάγειρου και το βαρύ χαρμάνι πού'χες καβατζάρει απ την Ινδία.
Γέλασες, γέλασα, πήδηξες κι έπεσα να σε προφτάσω.
Μας βγάλανε πολυ μετα. Κανεις δε ρώτησε που πήγε η γοργόνα πού'χες στο μπράτσο σου παλια χαράξει. Το βράδυ, που σε φουντάρησα στο νου μου σα παλιο πειρατη, την είδα απ τη δεξια βαρδιόλα τη σκρόφα, να σιγοκολυμπα τ'ανάσκελα, με τα στήθια της ξεδιάντροπα έξω απ το νερο αφημένα, προς τα ζεστα ρεύματα του κόλπου...




τα αντέγραψα δίχως ν'αλλάξω κάτι
δεν τά'χει δει ποτε κανεις ως τώρα
αστείο ε; λες και περίμεναν από τότε ν' ανοίξει το ενυδρείο...
τις φωτογραφίες μόνο διάλεξα απόψε
εικοσιένα χρόνια μετα...

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

επαναφορα...

νιώθω σαν να άδειασα...
δεν ξέρω γιατι
έχω αυτη τη συναίσθηση ενος κενου που μου σφίγγει το στομάχι
όπως μετα από ξενύχτι και κραιπάλη που έχεις αδειάσει ότι ήπιες κι έφαγες
σαν να περιμένω λεωφορείο σε έρημο σταθμο
μοναδικος επιβάτης
ή σαν λεωφορείο χωρις επιβάτες
μια αναμονη
ένα προαίσθημα...
τίποτε...



επαναφορα....
ψάχνω παλια μου χαρτια όχι με σκοπο να θυμηθω
μα στο τέλος έρχονται οι εικόνες και τα συναισθήματα και θρονιάζονται
φεύγουν πάλι σαν πρωινο πούσι...


θα ανεβάσω παλια μου κείμενα...
θαμένα εδω και χρόνια...
ξεχασμένα...
διεκδίκησαν την επαναφορά τους
και την κέρδισαν...


όσο να μαζευτει η φωνη μου και πάλι...
ή να συμβει αυτο που προαισθάνομαι
ή το άλλο που θέλω...


.

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

τρεις ευχές

ρίχνει φεγγάρια η βροχη
κι εκει που σουλατσάρουνε
κορίτσια μεθυσμένα
σκορπας τη μια σου την ευχη
να μεταλάβεις μια στιγμη
όνειρα ξεχασμένα

βγάζει καιρο απ το νοτια
μ'ένα κοράλλι πορφυρο
στ'αυτι σου κρεμασμένο
καις και τη δεύτερη ευχη
μην περισώσεις στο στερνο
ένα χαμόγελο άλικα βαμμένο

ξεχνάει ο έρωτας; ξεχνά!
κι οι παραστάτες στον ιστο
γελουν ξενυχτισμένοι
της θάλασσας τρίτη ευχη πετας,
και κολυμπας, για κει
που αναμετρούνται οι κολασμένοι

σκύβει η νύχτα σε φιλα
πως να κρυφτείς απ το φιλι;
από το στίγμα του κρυφα μαρκαρισμένος,
χωρις ευχες πως θα σωθεις;
πως θα γυρίσεις και θα πεις,
υπήρξα κάποτε κι εγω
ευτυχισμένος...





δεν βρήκα άλλο να με διαβάζει αυτη την ώρα...
ευχαριστω τ' Αερικο που τό'φτιαξε κάποτε και της το δανείστηκα...
(αφι)ερωμένο
κι αυτό...
καλημέρα

υ.γ. πάω ν'ανοίξω το δελφίνι, λύσσαξε στην αφωνία...
.

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

καληνύχτα

με νίκησε η κούραση κι ανάσα μου κοντη
ποτε δεν έφτασα εκει, που βούτηξα να πάω
ξόδεψα τ'οξυγόνο μου, στο τελευταίο φιλι
που όλο το φέρνω στο μυαλο κι όλο ξεχνάω

το δαχτυλίδι χάρτινο, κι έλυωσε στο νερο
σαν μια υπόσχεση παλια που ξέφτυσε και πάει
ρώτησα αν μπορει βαθεια, και άκουσα "μπορω"
ίσως να φταίει κι η καρδια, που όλο με ξεγελάει

στα μέσα της διαδρομης κόπηκε το σχοινι
κι είδα ν'αστράφτει ο σουγιας, που εγω είχα χαρίσει
σα δικαστης που όρισε μιαν άδικη ποινη,
να ψάχνω φώτα στο βυθο, ποιος μ'έχει εξορίσει;

τα λόγια, πού 'χα για να πω, ξεμείνανε εκει
αρματωμένοι πειρατες δεμένοι σε αμπάρι
ασπροντυμένοι άγγελοι σ'ονείρου φυλακη
ψίχουλα στο κατόπι μου που τά'φαγαν οι γλάροι

κι ότι φιλια, ότι κραυγες, ότι αίμα κι ότι πάθος
όσα η αγάπη πάλεψε πολυ να τ' αναθρέψει
πάω να τα ρίξω στο χαρτι, κι όλο μου βγαίνουν λάθος
πόνος που θέλει ν'ακουστει, θυμος να ημερέψει

το ναυτικο μαχαίρι μου, λάφυρο του βυθου
ξέπνοος πια και άοπλος δεν θέλω να κοιμάμαι
δεν είναι μόνο τ' όνειρο που έφυγε γι' αλλου
σκόρπισε κι όσα ήθελα μ' αγάπη να θυμάμαι...




καληνύχτα μου....