της ψυχης

της ψυχης

Ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο....

ένα (ακόμη) υγρό ιστολόγιο, με υποβρύχιες ανησυχίες...

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

αφωνία

τάχτηκες σήμαντρο
ανώνυμη καμπάνα
χαλκόχρωμη
γεμάτη βρύα απ' τον καιρο
κάποτε οι υγρασίες οι μυστικες
έθρεφαν το σφριγηλο σου επίχρησμα
κι άφηναν πάνω του ερμητικες απολήξεις αισθητηρίων
έτσι δεν έφταιγες πια εσυ
ανατρίχιαζες στο παραμικρο ανέμισμα
χαροπάλευε ένα πέταγμα πεταλούδας σαράντα λεύγες μακρυα
κι εσυ σήμαινες
έκλεινε τα μάτια του ένα παιδι από φόβο
κι εσυ έσκουζες με μεταλικη φωνη
γεμάτη συναισθητικες νότες
κι οι οκτάβες σου
σκαλια του παραδείσου
α, ναι,
δεν ήσουν μονόφωνη καμπάνα
σαν πανδαισία χρωμάτων η κραυγη σου
ακουγόταν με τ' αυτια κλειστα
ακόμη και κάτω από το τελευταίο υπόστρωμα αδιαφορίας
απολάμβανες καθολικης αναγνώρισης
έλεγαν όλοι:
-τούτο το σήμαντρο νιώθει
αγαπούσες και κελάρυζε η φωνη σου
λυπόσουν και το μέταλο έλιωνε στ' αυτια όλων
είχες γίνει ίνδαλμα των άφωνων
των ετεροφωτισμένων
των όσων έψαχναν στις αγωνίες και τους πόθους τους
κολυμπήθρα
εξιλέωση
κάπως έτσι ξεχάστηκες
λόγιασες τη φωνη σου εγγενη
αυτόβουλη
ανεξάρτητη που πήγαζε απ' το μεταλικο σου σώμα
ακόμη και με το φύσημα τ' ανέμου
μετουσιώθηκες και πεμπτουσία των αισθήσεων
ανέβηκες ψηλα
ανταποκρίθηκες στις όσες προκλήσεις
μέθυσες με το ίδιο σου το άκουσμα
μέθυσαν κι άλλοι
πολλοι
αγαπήθηκες κι αγάπησες
λάτρεψες
κι όλο σήμαινες
με φωνη αρχαγγέλων
με σώμα αρχαίων ξωτικων
δεν σε λύγισαν οι θύελλες
το σκόρτσο του αέρα σ' έκανε πιο δυνατη
εξαϋλώθηκες
ολοκληρώθηκες
έγινες μύθος και παραμύθι
κέρδισες
και ξέχασες
και κάπως έτσι
ξύπνησες ένα πρωινο από ένα κλάμα
αναμαλλιασμένη ανασυντάχτηκες
πήρες ανάσα ανατολικη
κι άνοιξες το στόμα
μα φωνη δεν βγήκε
προσπάθησες ξανα και ξανα
ενέργεια που σου ήταν αυτόματη την ένιωθες χαμένη
το κορμι σου αναρίγησε
και πάλι τίποτε
κάποιος στο προάυλιο τράβηξε το σχοινι
λικνίστηκες δυο τρεις
κι έπειτα πάλι τίποτε
κι έτσι ούτε για κλάμα λόγος
ήσουν απαρηγόρητη
ώσπου έστερξες να σκύψεις
και να
η άλλοτε υπέροχη καμπύλη του κορμιου αδειανη
βλέπεις,
εκείνη που αιώνες τώρα σού δινε τη φωνη 
είχε φύγει
άδεια καμπάνα
χωρις γλώσσα
χωρις ψυχη
ένα ορειχάλκινο κουφάρι
σκεπασμένο με ένδοξα βρύα...


Αμβούργο, Σεπτέμβρης 2012

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

ψυχικον αμήχανον

λατρεία φέρων ύμνος
κραταιός
και άλλοτε αλαλάζων
βαθέων κυμμάτων εκπηγάζων
εν αφορμαις
αφιερωμένος
τυρβάζων ψυχης το αμήχανον
ύμνος λατρεύσιμος
έτι λατρεύων
ακραιφνως πλήρης
και επισταμένως αμαθης
ύμνος προαισθητικος
εύληπτος ως ασυγκράτητον έαρ
πλήρης συναισθήσεων
ενίοτε παραισθητικος
ιδιάζων
διθυραμβικος και προσηνής
ταυτοχρόνως
έκπαγλος!
συνυφασμένος της θαλπωρης
άναξ της μνημοσύνης
και της ασυδοσίας τιμωρος
ύμνος ελέους ανανίπτων
ορμώμενος εξ αϋλου υποστάσεως
φυγαδεύων, εν μέσω θυέλλης, εαυτόν
καταπίπτει ρομφαιοφόρος
ως ατελεύτητον πυρ
επι θαλάσσης απαστράπτουσας
ύμνος λατρείας
αποδίδόμενος
εξαγνισθεις, πλέον,
στους παρα θιν' αλος
αναμένωντες εραστες
όπως διαμελίσει
το ψυχικον αμήχανον
και αναρτήσει επι αυτοσχέδιου ιστου
τους νυκτερινους κανόνες της Σελήνης...








πρώτον, μπορει να θέλει και λίγο λεξικο...
δεύτερον, συγχωρέστε με γι αυτο το γυμνάσιο
τρίτον, πόσο διεστραμένος μπορει να είναι κάποιος
για να κάτσει και να περιγράψει έτσι μετα από καιρο
μια νύχτα με φεγγάρι στο Σούνιο;




Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

ά-μετρο...

κερι σβηστο
πώς καταφέρνεις να τ' ανάψεις
μονάχα με ήχους πονηρους
κι ερωτικους;
με νότες έντονες
κρυμμένους τόνους
που χώρεσες τόσους παλμους;
και τόση θάλασσα;
πίσω απ τη γεύση των φιλιων

στην αγκαλια σου
αιμορραγουν χρώματα ανύποπτα
γι' αυτην, που αποκάλυψες,
εκ γεννετης αδυναμία
μπόρεσες κι έφτασες
μικρη μου απάντηση
και ανατρίχιασες
πάνω στη γεύση των φιλιων

κι ύστερα
πήρες τη φλογα
και πυρπόλησες τα φράγματα
τι μαρτυράει την πρωτύτερή μας φτώχια;
αν όχι η θάλασσα
ίσως η επίγευση
στ' αυριανο μας το φιλι
με τ' αλμυρο το στόμα



επειδη όταν έχω έλλειμα εμπνεύσεως
το βρίσκω λυτρωτικο να κοιτάζω πίσω
αυτο είναι γραμμένο αρχές καλοκαιριου του '85
αδημοσίευτο
κι αφιερωμένο όπως και τότε
καλο ξημέρωμα!

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

άτιτλο (αναζητείται)

δαγκώνω τριαντάφυλλα
στ' αγκάθια τους ματώνω
πίνω μια κούπα κόλαση
κι εφτα φορες θυμώνω

καίει το σπίρτο την πληγη
τα χείλια μεσ' το αίμα
ένα που μού 'δωσες φιλι
κι οχτω αράδες ψέμα

κι είναι το ψέμα κόλαση
κι εγω το πίνω σκέτο
κι έχω το ένα τ' ακριβο
παράσημο στο πέτο

ανάβω σέρτικο καπνο
τα δάχτυλά μου καίω
κερνας μια κούπα όνειρο
κι εφτα τραγούδια λέω

βγάζουν οι νότες όρντινο
κι η σφαίρα στη θαλάμη
είκοσι λεύγες στο βυθο
γι' ανάσα ένα δράμι

κι είν' η ανάσα προσευχη
κι εγω δεν τη φοβάμαι
μού' χει χαράξει ένα τατου
στο στήθος, να θυμάμαι





ενίοτε, βγαίνουν φόρα παρτίδα
κάτι περίεργα σαν κι αυτο
σαν από μόνα τους...
μάλλον χωρις το "σαν"
καλο ξημέρωμα!

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

πέντ' έξη λόγοι

χορδη από φλόγα
σαν σήμαντρο αστροστόλιστο
μεμβράνη από σεντέφι
στου φεγγαριου τις νότες στον ιστο
μάγισσα γνέφει

χάδι σαν κύμμα
σ' αφροντυμένο τρόπαιο
στεφάνι από κοράλι
στα μεταξένια ξέφτια του μυαλου
πιάστηκα πάλι

μπλε σαν ξυράφι
κι αλήθεια θαλασσόβρεχτη
χρώμα σαν το φιλντσίσι
στο χάρτη επάνω, ένα άλικο φιλι
δεν λέει να σβύσει

οσμη σαν ήλιος
κι ανάσα από πευκόδασος
αύρα από αγρίμι
στις μυρωδιες μιας αγκαλιας ξενύχτησα
άσπονδη μνήμη

φιλι σα μέλι
και άμπωτης απόσταγμα
μπαχάρι και κανέλλα
στο εύφορο λάμδα απ των χειλιων τις εκβολες
πηγάζει τρέλλα

αίσθηση εκτη
συναίσθησης απαύγασμα
όραμα ειλημμένο
στων απυρόβλητων ονείρων τη μεθόριο
σημάδι αφημένο




πόση φαντασία χρειαζόμαστε
για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα...;



Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

έϊ ώ! έϊ ώ!

ετούτο το πειρατικο είναι για παιδεμένους
για πότες, γι' αθυρόστομους και για ταξιδεμένους
γι' αλήτες και απόκληρους με στίγματα στα μπράτσα
για όσους φουρτούνα αγαπάν και βρίζουν στη μπουνάτσα

ετούτο το πλεούμενο δεν είν' για πριμαντόνες
είναι για Συβαρίτισσες και γι' άπιαστες γοργόνες
γι' αερικα που το νογαν να καβαλουν στο κύμμα
που έχουν την πλώρη αγκαλια, την άγκυρα για κρίμα

καράβι μου, όπως μ' όρισες για μπάρκο δε μας βγαίνει
πλήρωμα συνοθύλεμα τέτοιο πού να το βρεις;
κει πάνω που σκεφτόμουνα, η θάλασσα επεμβαίνει
και νά 'σου στο τιμόνι σου ο ήλιος ο ληστης

ετούτο το παλιο σκαρι δεν κάνει για κλαμμένους
είναι για μύστες της καρδιας και για αλλοπαρμένους
για κείνους που νομίσανε τη νύχτα για γυναίκα
κείνων που κλέβεις μια βραδυα και κείνοι δίνουν δέκα

ετούτο το βαπόρι εδω, είναι για τις σειρήνες
για μάγισσες και ξωτικα για πετρογερακίνες
είναι γι' αυτες που κλέψανε της θάλασσας το χρώμα
για κείνες που τιμήσανε το γήινό τους σώμα

καράβι μου, όσοι μείναμε για μπάρκο δε μας βλέπω
με τέτοιο συνοθύλεμα για το χαμο τραβάμε
κι εκει που όλο πάσχιζα τον ήλιο να επιβλέπω
νά 'σου κι η νύχτα στα πανια, γεμίσαμε και πάμε!





χαζεύοντας παλιότερες αναρτήσεις απόψε
έπεσα σ' ένα σχόλιο
κι έτσι στα ξαφνικα, βγήκε αυτο...

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

κίνδυνος



μείνε έτσι,
ραντίζω με μπαχάρι και κανέλλα
το σάλιο μου
και τ' αποθέτω
στο λακάκι του αφαλου σου
μπορω να ξεπλύνω τα κρίματα όλα του κόσμου εκει μέσα
μπορω και να κολυμπήσω
μην τύχει μόνο και σκύψεις να κοιτάξεις
και γίνει το νερο γαλάζιο
και γελαστω πως είναι θάλασσα
και βουτήξω
και χαθω εσαει
μιά παράσιτο,
και μιά τροφη,
μέσα στα σωθικα σου...



Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

η ιστορία του "γιαναξέρεις"

στρίβω τσιγάρο
και σου γράφω prima vista
κι αναρωτιέμαι
ποια στιγμη θα το διαβάσεις
θά 'ναι πρωι;
θά 'χεις πιει τον καφε σου;
θα σκύψεις κοντα σμίγοντας τα φρύδια σου;
ή θα φορας τα γυαλια σου;
κάποτε σού 'γραφα με μολύβι
σε αποκόματα από μπλοκ διαφημιστικα
σε χρωματιστα χαρτια
σε κομμάτια από χάρτινα τραπεζομάντηλα
σε κάρτες και σε φωτογραφίες
και στα έδινα
κι άλλα στα έστελνα
ξέρεις, με το ταχυδρομείο
σαλιώνοντας επιδεικτικα το γραμματόσημο
πάνω αριστερα, έγραφα τ' αρχικα μου
εσυ έγραφες τ' όνομά σου όταν απαντούσες
με κείνα τα καλλιγραφικα λίγο πλαγιαστα γράμματα
ύστερα, σταμάτησα να σου στέλνω
δεν σταμάτησα να σου γράφω
ποτε δεν σταμάτησα να σου γράφω
ακόμη κι όταν δεν έγραφα
μέσα μου αυτη η αποχη έχτιζε
κι ύστερα ξεκινούσα πάλι
στρίβω κι άλλο τσιγάρο
ξέρω, θα με μαλώσεις πάλι
καπνίζω πολυ
θα σου χαμογελάσω
κι εσυ θα θυμώσεις
κι εγω θα χαμογελάσω πιο πολυ
κι εσυ θα με βρίσεις
με κείνα τα επίθετα που μόνο εσυ ξέρεις να κατασκευάζεις
κάτι ξεκίνησα να σου γράψω όμως...
prima vista
σαν τραγούδι a capella
κάτι να γράψω για σένα
ή κάτι να γράψω σε σένα;
ή και τα δύο;


στρίβω τσιγάρο
και σου γράφω prima vista
κι αναρωτιέμαι
ποια στιγμη θα το διαβάσεις
είναι η έμπνευση
μια μάγισσα αρτίστα
μια σε μαγεύει
μιά σου λέει να την ξεχάσεις

ανάβω κι άλλο
κι αρχινάω a capella
δυό νότες ξέφυγαν
και που να τις μαζέψεις
αυτη η νύχτα
σαν μια κόκκινη κορδέλλα
γύρω από φάκελλα
γεμάτα από λέξεις

ας πιω και κάτι
γιατι αρχίζω και τα χάνω
ίσως πιωμένος
μου λυθουν γλώσσα και χέρι
πάρε μια τζούρα
κι αν ζητήσεις παραπάνω
μπορει η ζάλη
πιο κοντα μου να σε φέρει

στριβω τσιγάρο
και σου γράφω για να ξέρεις
μη μου γκρινιάζεις
σημασία λίγο δώσμου
αυτη τη λέξη
όταν στα χείλια σου προφέρεις
δεν είμαι ναύτης
είμ' ο βασιλιας του κόσμου


τώρα θα πεις
πως είμαι των άκρων...
είναι γιατι όταν θέλεις
μπορεις να γεμίσεις
όλο το μεσοδιάστημα...

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

εν αρχη ήν ο Λόγος

κείνου του Λόγου το πολυ
το λίγο του αοράτου
της Δίψας η αποκοτια
λεπίδα τ' Αθανάτου
κι η ομορφια της μουσικης
στη ρίμα ενος βράχου

του Λόγου το απρόσιτο
τ' αντίβαρο που σπάζει
θάλασσα, γη,
κι αντίδοτο στην Αλυσίδα τάζει
κείνου που μέλλει να σωθει
τη φύση του σπαράζει

αυτου του Λόγου το παρον
της μνήμης ιστορία
κερι μιας άφθαρτης Λαμπρης
του λυτρωμου πορεία
και κόψη του Ισημερινου
σ' άδολη τρικυμμία

τούτος ο Λόγος ο βαρυς
φτερο της Ειμαρμένης
σφαίρα σε όπλο τ' Ουρανου
παιδι της Οικουμένης
κι αερικο μιας Αίσθησης
σ' άγιο Φιλι κρυμμένης

γι αυτο το Λόγο,
πού 'δεσα παντιέρα στο κατάρτι
που Αύγουστο τον καρτερω
κι έρχεται πάλι Μάρτη
που έστερξα
που απώθησα
που έκοψα κομμάτια
που κοίταξα χωρις γυαλι
και μού 'καψε τα μάτια
γι αυτο το Λόγο πρόσφυγας
γυρνάω πάντα πίσω
μια να τον δέσω σαν σκυλι
και μια να τον αφήσω...




λουλουδένια, χρόνια πολλα!

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Αυγούστου θέρμες

στις νύχτες τις αστόλιστες ναυάγησε κι ο πόθος
θυμάρι, δεντρολίβανο, καίγεται στη φωτια
κλαίει το συρματόσχοινο κι αναστενάζει ο πρώτος
ρεσάλτο κι άντε μάζεψε τη σκάλα τη πρυμνια

σφυράω τρεις γι ανάποδα, το σήμα βγαίνει πρόσω
μπερδεύται ο τηλέγραφος και σκούζει ο πλοηγος
σού 'χω κυδώνια απ' τ' Αϊβαλι, μα πως να σου τα δώσω
χάσκουν τ' αμπάρια αδειανα κι ο φόβος αρχηγος

ρίχτα παιδια σου θάλασσα και σκέπασε την πλώρη
και ξέπλυνέ μου κρίματα μ' αλάτι και νερο
κι ας πάω γυμνος κι αλέκιαστος να σμίξω με την κόρη
που αλαφιασμένη με καλει στον διάφανο βυθο

ρηχα νερα κι απρόσκλητα φίδια στην αμασχάλη
γραδάρω τα εσώψυχα κι οι βράχοι μια οργια
κάλλιο στις ξέρες του μυαλου να ναυαγήσω πάλι
παρα καραβοφάναρο σε άπληστη καρδια

σαλτάρει ο σκύλος να πιαστει κι απε να με σκοτώσει
κάτω απ' το πουκάμισο κρύβω το φυλαχτο
κείνο το "ρω" που τό 'στειλες στο κύμμα να με σώσει
στ' άντρο του μύθου αν κρύφτηκες θά 'ρθω και θα σε βρω

ρίχτα παιδια σου θάλασσα και σκόρπισε τα μάγια
τ' Αυγούστου διπλοφέγγαρο ταγμένο από καιρο
ήλιε μου πρωτομάστορα στου ονείρου τα καρνάγια
σκάρωσε άφθαρτο σκαρι και ρίχτο στο νερο...





Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

μεθυσμένες ιστορίες

με μια παρέα ξέμπαρκη βρεθήκαμε μαζι
σ' ένα τραπέζι με κρασι και με φτηνα τσιγάρα
βραδάκι του καλοκαιριου σ' υπόγειο μαγαζι
έβγαζ' η θάλασσα φωτιες και το πιοτο λαχτάρα

σαν χρυσοστόλιστο φαρι γυάλιζες στο φεγγάρι
κι εγω στο μισοσκόταδο σαν φλόγα από κερι
παράταιρο κι ανείπωτο μας είπανε ζευγάρι
μα να ρημαξει ένα βουνο μια σπίθα το μπορει

κι έτσι όπως καταπιάστηκα αιτίες να εξηγω
τα ίσως και τα μήπως τους πάλι να ξεβρακώνω
πέφτει το καθρεφτάκι σου και σκύβω για να δω
και τον σπασμένο μου εαυτο στο χώμα ανταμώνω

πως έγινε αγάπη μου και φτάσαμε  ως εδω
με τό 'να πόδι στο γιατι και τ' άλλο στο δεν πρέπει
κάψαμε ως και τ' άχραντα χωρις καμμια αιδω
τώρα αλλου κοιτά η ματια κι άλλα η ψυχη μας βλέπει

φοβού τη φλόγα του κεριου στου βράχου την ορφάνια
καμίνι ανάβει στην καρδια να μην μπορω να δω
ζώστηκα και το δίκοπο, ρεγάλο απ την Κατάνια
δεν το νογάω αναίμακτα, στο κύμμα να πνιγω!

πάνω που αρματώθηκα, ξημέρωσε, να φύγεις
δεν μας χωράει το πρωι, μ' αύριο πάλι νύχτα
τον ήλιο στο κατόπι σου μέσ' τα μαλλια τυλίγεις
κι όσα σου εξιστόρησα, στη θάλασσά μου ρίχτα...



Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

δίλλημα (δεύτερον)

τ' όνομά σου
απαλαγμένο απ' τα σύμφωνα
σουλατσάρει στα κράσπεδα σαν κραυγη
κι επικαλείται το σκοτάδι
τον Έρεβο
τον δίδυμο της Νύχτας
κείνο το αστροσέντονο το στολισμένο
που τ' απαρνήθηκες
για μια χούφτα χλωμο φως,
νά 'ρθει
να σκεπάσει
τη γύμνια των οικτιρμων σου
την Ωκυρρόη της κρυφης θάλασσας
επικαλείσαι
θαλαμηγο των πόθων σου
για τούτο το ταξίδι
εκει, που η νύχτα συναντάει τη μέρα
δρασκελίζοντας το κοραλλένιο το κατώφλι
εκει
που τ' όνομά σου
απαλαγμένο απ' τα σύνθετα
κείνα που το μεταφράζουν
σ' όλες τις γλώσσες το ίδιο,
αλαφρυ, σαν την ανάσα μιας σπίθας,
ίπταται ανάμεσα στα εύφλεκτα φαντάσματα των Ηλυσίων
επικαλείσαι την Αρεία
τις Μούσες όλες της Θεογονίας
μάρτυρες
στο αέναο ξεγύμνωμα της αλήθειας
μ' ακόμη μπορεις να ονειρεύεσαι
μπορεις να καταριέσαι
να πονας
να υπόσχεσαι
να ελπίζεις
να κατρακυλας σαν άσπρο χαλίκι
ώσπου νά 'βρεις θάλασσα
ακόμη μπορεις να υπομένεις
να υποφέρεις
να λατρεύεις
να μισεις
μπορεις
να παραμείνεις εκει
στο σαθρο σύνορο
των βασιλείων
της Μνημοσύνης και της Λήθης
ανώνυμος
κι απροσδιόριστος
μη μπορώντας ν' αποφασίσεις
τι είδος ανάμνησης
θέλεις να καταλήξεις...




πενία έμπνευσης
παραληρήματα κατεργάζεται...

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

φόβος

το φόβο μου
δεν πρόφτασα ν' αποσώσω
με βρήκε η σαϊτιά στο κούτελο
κρεμασμένο στην ανεμόσκαλα
και με γκρέμισε
κι όσο νά 'ναι
ρηχα τα νερα σ' αυτο τ' αρόδο
μιση ανάσα δρόμο ο βυθος
ματώσανε τα πόδια μου
πάνω στους αχινους
έδωσα μια
και βρέθηκα στο κατάστρωμα
- γιατι φοβάσαι;
- δεν ξέρεις πως μπορεις κοντα μου νά 'σαι;
- πως ή πώς;
βουλιάζουν οι πατούσες μου στη σκουρια
το κοίταγμά σου ακροβάτης
στα συρματόσχοινα της μπίγας
το φόρεμά σου παραστάτης
σε παρέλαση με χρυσα και γαλάζια λαχούρια
κι η μπίγα ταϊζει τ' αμπάρια
κι η σκαλιέρα αγκομαχάει
απ' τα χρώματα της παρέλασης
πάνω στη γκαζιέρα ο τενεκες με την πίσσα
θα καλαφατίσω τα μαδέρια των αμπαριων
στα σπλάχνα τους
φόβος χύδην,
σπόρια λόγων τσουβαλιασμένα,
τούβλα από λάσπη γόνιμη σε παλέττες,
στεγανα
το άφιλτρο μου καίει τη γλώσσα
τα βήματα εξατμίζονται στόν πυρετο της λαμαρίνας
ο πιλότος στη δεξια βαρδιόλα κουμαντάρει
στα πρανη του ιστου φύτεψα δυόσμο σε μια γλάστρα
τον ποτίζω
μ' ένα φιλι κάθε μέρα
τον ταϊζω
δυο στάλες ήλιο και λίγη μουράβια
από πάνω του τα ρανταρ στροβιλίζονται αφιονισμένα
πορεία πρόσκρουσης!
τι πορεία;
πού 'χω τις άγκυρες φουνταρισμένες
κάτι έρχεται να μ' ανταμώσει...
μα δεν λογαριάζω το ναυάγιο
κι ούτε την Μάγισσα που βάλθηκε να με ξεκάνει
σαράντα οργιες τα παιδια της
και τα ρίχνει πάνω στο καρυδότσουφλο αλύπητα
θα συρθω ως την πλώρη με την καβίλια στα δόντια
ν' απασφαλίσω τις καδένες απ τη μπούμα
να λευτερώσω την πλώρη
κι ύστερα ν' ανοιχτω μεσοπέλαγα
δεν το σκιάζομαι το ναυάγιο
όχι για του λόγου μου
μονάχα να...
μην πάρουν νερα τ' αμπάρια
έτσι που τη βλέπω να λυσσομανάει
μην λιώσουν τα τούβλα
μην λασπώσουν με τους φόβους
κι ύστερα βλαστήσουνε λόγια άδικα
φοβισμένα
ξένα
πρόστυχα
μη βγάλουνε καρπους
μην πεινασμένη μια φορα τους δοκιμάσεις
κι απ το να με μετρήσεις με το καντάρι του φόβου
καλύτερο τό 'χω
να μετρηθω με την απόγνωση της τρικυμίας
και μάρτυράς μου η Μάνα
νικητης θά 'βγω
πάλι
και πάλι...






τούτο το τραγούδι
είναι το τελευταίο ποιήμα του Καββαδία
κι όποιος γνωρίζει για που τό 'γραψε
καλα το γνωρίζει...

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

save our souls

το όγδοο χρώμα στο ουράνιο τόξο
το εικοστο πρώτο τσιγάρο στο πακέτο
ο δέκατος τρίτος απόστολος
η τριακοστη μέρα ενος Φλεβάρη
το τρίτο στοιχείο του δυαδικου συστήματος
το εικοστό πέμπτο γράμμα του αλφάβητου
η έβδομη αίσθηση
το πέμπτο στοιχείο
η τρίτη ραψωδία του Ομήρου
η έκτη γραμμη του πεντάγραμμου
η δεύτερη υποδιαστολη στο "π"
το έκτο γράμμα σε μια λέξη με πέντε
το ένα του μηδενός
το μηδεν του όλου
το κάτι στο τίποτε
το τίποτε
το ένα
το όλον
όπως και να λύσω τις εξισώσεις
ο άγνωστος παράγοντας
πάντα με προδίδει
κι οι αντέννες τσιρίζουνε
alpha.golf.alpha.papa.india.
save.our.souls.
save.our.souls






Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

δικαίωση



θέλω στο κύμμα να ανάψω μια φωτια
θέλω να κόψω ένα πανι και να πετάξω
να κοιμηθω σε ένα στρώμα από σπαθια
να βρω μια τρύπα στην καρδια και να το σκάσω

θέλω να πιω ένα βαρέλι με κρασι
μια στάλα ήλιο να γευτω και να μεθύσω
ν' αντιπαλέψω τον καιρο που μισει
κι αν η αλήθεια κουραστει να μην ξυπνήσω

θέλω ένα ψέμα να κερδίσω μια ζαρια
θέλω να βρω μια αστραπη και να την κλέψω
να ξεκληρήσω ένα στρατο με μια ματια
να αιμοραγήσω το φιλι, να το στερέψω

θέλω να τάξω σε μια κόλαση νερο
να ξεριζώσω του παράδεισου τα δέντρα
να πω -κατάλαβα και πια δεν απορω,
που εκει στο μέρος της καρδιας έχω μια πέτρα

θέλω να σπάσω σε κομμάτια μια κραυγη
να τη χωρέσω σε μια σφαίρα απο φιλντίσι
να σημαδέψω της αγάπης τ' αρραγη
κι όπως θα σκάει στο ψαχνο να τα γκρεμίσει

θέλω υπόλογος να είμαι για το φόνο
να δικαστω από τρελλους και μεθυσμένους
μια κομπανία ισοβιτών να στελεχώνω
να δικαιώσω αυτης της γης τους κολασμένους....




Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

acknowledgment



a twist of the moment
a smile that fades
a secret lost in the mist
a secret found in a kiss
a kiss on the lips
like the course of the fate
a twist of the hips
like a rain drop on an empty plate
the velvet background of innocense
the shinning frame of guilt
a loving bullet of deepest desire
the sweet thorn of vanity
a target
a game
a match
a bit of fire
the endless seas
a lie
a sting
the last journey...




.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Figitive bestia amoris

σαν φάλτσος ήχος ποτισμένος με γιατι
μουλιάζει σ' άφθαρτη αιτία το σκοτάδι
κι αφου γυρνάει στο λιμάνι κάθε βράδυ
μοιάζει σαν ύπνος ξέμπαρκος στεγνος από φιλι

κρύβει μι' αλήθεια ιδανικη αυτη του η αυταπάτη
στρίβει μεσάνυχτα αργα στη Δραπετσώνα
τσιμέντο, λάσπη και στις σόλες του στρειδώνα
με δυο λογιω περίεργα αυτια και μ' ένα μάτι

κλείνει το μάτι μοναχα κι ακούει τη μουσικη
μ'ένα μαχαίρι στην κοιλια κι ένα τσιγάρο
αιμορραγει καπνό σαν κάλπικο φουγάρο
κι αν τον δικάζει η θάλλασα τον φτύνει η φυλακη

κοντολογης θεριο, που του σκοτώσανε την πίστη
σκιάχτρο ξεβράκωτο με τ' άχυρα βρεγμένα
αγρύπνια και απώλεια στα αυτια του κρεμασμένα
ανθρώπου συνοθύλευμα που θέλει η νύχτα μύστη

μα στο χαμόγελό του το τρελλο, το μεθυσμένο
σα μιας ατέλειωτης φυγης το τελικο σημάδι
σκάει απ τα μαύρα χείλια του ένα αρχαίο χάδι
και τρέχει απ την παλια πληγη, λάδι καθαγιασμένο








Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Contradiction

φανερωμένα μυστικα
κι αλήθειες μου κρυμμένες
ρίχνω στο χέρι μια σπρωξια
και κάνει ο στίχος μια βουτια
σε θάλασσες πνιγμένες

ρηχο πηγάδι αδειανο
και στέρνα μου γεμάτη
πως να γεμίσω το κενο
πού 'γινε η τρέλλα μου βουνο
μα δεν χωράει το Κάτι

μεταξωτα σκεπάσματα
και στρώμα απ' αγκάθι
παγώνω στα χαλάσματα
καίγομαι στ' αποσπάσματα
που αγάπησα τα λάθη

φίλε μου, εφιάλτη μου
κι Όνειρο μεθυσμένο
βάζω φωτια στα πάθη μου
και με το τρίτο μάτι μου
διαβάζω το γραμμένο

σύνορο απροσπέλαστο
και Πύλη μου ανοιγμένη
βουτάω και πάλι στο βυθο
μα μην τρομάξεις κι αν χαθω
Αγάπη μου, Ειμαρμένη